Είμαστε στην καρδιά της Άνοιξης και εμείς ακόμη να το αντιληφθούμε. Περνούν οι μήνες και εμείς νιώθουμε λες και μένουμε στάσιμοι. Η αλήθεια είναι πως όσο ανοίγει ο καιρός και τα μέτρα θα γίνονται όλο και πιο χαλαρά, νιώθω πως δε θα έχει κανείς την ίδια όρεξη και ανεμελιά – εκείνη που είχε στο παρελθόν- για να βγει, να πιει ένα ποτό με τους φίλους του, να χαλαρώσει, να γελάσει, να διασκεδάσει. Τουλάχιστον σε εμένα, αυτό συνέβη. Νόμιζα πως το να είμαι με τους 2-3 φίλους μου σε έναν ανοιχτό χώρο πίνοντας ένα κοκτέιλ πάντα με αποστάσεις θα ήταν κάτι “δύσκολο” , κάτι βαρετό. Σκεφτόμουν ότι ειδικά μετά από τόσους μήνες εγκλεισμού, θα προτιμούσα να δω λίγο παραπάνω κόσμο, συγκεντρωμένο σε μεγάλες παρέες να γελάει, να επικοινωνεί, να φλερτάρει.

Xθές το βράδυ που πήγα πράγματι στην γειτονιά μου για ένα γρήγορο κοκτέιλ με 2 φίλες μου, έτυχε να εμφανιστεί ξαφνικά μια μεγάλη παρέα από γνωστούς που κυριολεκτικά “έπεσαν πάνω μας” με ενθουσιασμό να μας χαιρετίσουν. Και οκ μέχρι εδώ, είναι όντως ωραίο, να βλέπεις δηλαδή γνωστά σου πρόσωπα, να αλληλεπιδράς και να ανταλλάσσεις νέα και απόψεις, σε μια προσπάθεια “κανονικότητας”. Εγώ όμως ειλικρινά, εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα.Ένιωσα τους παλμούς μου να ανεβαίνουν και να μην μπορώ, αλλά και να μην θέλω να συναναστραφώ με τους γνωστούς μου, σκεπτόμενη μέσα μου “Μα πόσο ανεύθυνοι μπορεί να είναι; Δεν σέβονται τον προσωπικό μου χώρο; Κι αν έχουν Covid; Κι αν μετά έχω κι εγώ και το μεταδώσω στη μητέρα μου; Και αν, και αν, και αν..;” Μια έντονη ανασφάλεια με κατέβαλε και ένα άγχος πραγματικό και σωματοποιημένο. Χαιρέτησα πολύ γρήγορα, βρήκα μια αστεία δικαιολογία και έφυγα. Έφυγα τρέχοντας.

Αφότου ηρέμησα λίγο, προσπάθησα να καταλάβω από που πήγαζε όλο αυτό. Εγώ ήμουν ο πιο κοινωνικός άνθρωπος που πάντα επιζητούσα την κοινωνική αλληλεπίδραση, να κάνω ανθρώπους να γελούν, να τους αγκαλιάζω, να μιλάμε ατελείωτες ώρες. Τι μου συνέβη; Προτάσσοντας την λογική μου αντιλήφθηκα πως φοβόμουν και αυτό ήταν το βασικό συναίσθημα που κυριαρχούσε μέσα μου. Όμως παράλληλα, ήμουν και νευριασμένη με την αντιμετώπιση του κόσμου. Δηλαδή δε σε νοιάζει αν εγώ φοβάμαι; Αν έχω κάποιο πρόβλημα υγείας; Αν έχουν οι δικοί μου;

Κατέληξα πως δεν είναι ευθύνη του άλλου να κοιτάξει πως νιώθω εγώ. Ο καθένας έχει την προσωπική του ευθύνη, να προστατεύσει τους δικούς του ανθρώπους και τον εαυτό του, με όποιο τρόπο κρίνει εκείνος. Αλλά τελικά, ποια είναι η λύση; Γιατί όταν γύρισα στο σπίτι μου, ένιωσα μια ανακούφιση; Η απομόνωση του σπιτιού μου μου προσέφερε μια εσωτερική γαλήνη και μια ασφάλεια, και αυτό με συντάραξε.

Οι σκέψεις περνούσαν η μια μετά την άλλη από το μυαλό μου και δεν μπορούσα , ακόμη κι αν ήθελα να τις σταματήσω: «Κι αν τώρα είμαι εθισμένη στην απομόνωση; Κι αν δε μπορώ πια να είμαι ο εαυτός μου εξαιτίας της πανδημίας; Κι αν όλοι γίνουμε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων; Τι θα συμβεί; Πως θα γυρίσουμε πίσω στην ανεμελιά και στους κοινωνικούς τρόπους διασκέδασης, που τόσο έχουμε ανάγκη; Πως θα γυρίσουμε πίσω στη ζωή μας;»

 

Διαβάστε τη συνέχεια στο elle.gr 

 

 

Photo by Katie Moum from Unsplash