Μικρές Ιστορίες για μεγάλα παιδια: Ο μυστικός κόσμος των ανθρώπων

Guest Editors

«Δεν ξέρω πότε έγινα μεγάλη. Το χειρότερο όμως είναι ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου θα τα ζήσω σαν μεγάλη. Υπάρχει κάποιο μυστικό σ’ αυτή την άδικη εξίσωση; Σίγουρα θα υπάρχει. Έχω ακούσει για μια ιστορία, που διηγείται μια ηλικιωμένη γυναίκα, καθισμένη κάθε απόγευμα κατάχαμα στα σκαλιά του σπιτιού της, τοποθετώντας πρόχειρα πότε καμιά βελούδινη κουβερτούλα μωρουδιακή και πότε κανένα πατάκι για να μην κρυώσουν τα μητρικά της. Θα ‘ναι κοντά στον αιώνα στα χρόνια κι όμως δεν μοιάζει περισσότερο από εβδομήντα πέντε χρονών. Κάθε απόγευμα λέει την ίδια ιστορία έχει δεν έχει κοινό για να την ακούσει. Μιλάει μόνη της και σχηματίζει ολόκληρους κόσμους με τα χέρια της, κόσμους από την ίδια της την ιστορία. Πότε πότε όταν κανένα περίεργο παιδί περνάει μπροστά από το πατρογονικό της, την ρωτάει σε ποιον μιλάει, εκείνη τότε του απαντάει πως δεν έχει σημασία να έχει κανείς μια λαοθάλασσα ανθρώπους μπροστά του, αρκεί να ‘χει πάντοτε τον καιρό να πει μια ιστορία και δυο σκαλιά για να στέκεται και να περιμένει όσα ακόμα δεν έχουν έρθει. Όσες ιστορίες γραφτούν είναι αφιερωμένες σε όλα τα μικρά παιδιά, που έχουμε αφήσει να μας περιμένουν κάτω από το δέντρο για να παίξουμε, όσο εμείς παλεύαμε να γίνουμε μεγάλοι.»

Σοφία Κουκουλά

Ο μυστικός κόσμος των ανθρώπων

   Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, μυστικός. Ζει κι αναπνέει παράλληλα με τον δικό μας κόσμο, όμως είναι αόρατος στο γυμνό μάτι των ανθρώπων εν αντιθέσει με την καρδιά τους όταν καταφέρει ν’ απογυμνωθεί. Σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο όμως. Πολύ λίγες καρδιές έχουν καταφέρει να δουν αυτόν τον μυστικό κόσμο σ’ όλη του την μεγαλοσύνη. Περισσότερες είναι οι καρδιές, που ‘χουν αποδράσει εκεί για λίγες μόνο στιγμές σαν μια τυχαία εξέλιξη στην πορεία της ζωής τους και μόνο όταν κατάφεραν να μην φοβηθούν την εκτόξευση ή το τρενάκι, που πήγαινε πάνω κάτω και πέρα δώθε, ανάλογα το μεταφορικό μέσο, που επέλεξαν για να ταξιδέψουν. Σίγουρα κάτι τέτοιο συνέβη στην ηρωίδα της ιστορίας μας. Όμως μήπως να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή;

   Η Ριρή, όπως έλεγαν χαϊδευτικά την μικρή Ειρήνη οι γονείς της, ήταν ένα ευτυχισμένο παιδάκι. Ούτε πολύ ωραίο ούτε πολύ άσχημο. Ούτε πολύ έξυπνο ούτε πολύ ασυντόνιστο. Ούτε πολύ ήσυχο ούτε πολύ σκανταλιάρικο. Ούτε πολύ κοινωνικό ούτε τελείως ακοινώνητο. Ούτε πολύ μελετηρό ούτε πολύ τεμπέλικο. Ούτε πολύ αυτού του κόσμου ούτε πολύ του άλλου, του μυστικού. Ήταν μια τέλεια, συνηθισμένη, χρυσή μετριότητα! Οι γονείς της απολάμβαναν κάθε καινούργια ανακάλυψη της μικρής Ριρής και καμάρωναν σε κάθε μικρή της νίκη. Ήταν υποστηρικτικοί γονείς, έτσι όπως θα ‘πρεπε να είναι κάθε γονιός, που αγαπάει πραγματικά το παιδί του, όσο συνηθισμένο κι αν είναι. Από το πρώτο της δοντάκι, την πρώτη της γενναία πράξη, που δεν έσταξε ούτε ένα δάκρυ στο πρώτο της εμβόλιο, μέχρι την ένατη θέση από τις δεκαπέντε στους γυμναστικούς αγώνες και το πρώτο της θεατρικό κείμενο, γραμμένο λέξη προς λέξη, να παίζεται από τα παιδιά της γειτονιάς σε μια αυτοσχέδια σκηνή, φτιαγμένη από σεντόνια και ρετάλια, πετάματα της ράφτρας γιαγιάς της, οι γονείς της ήταν εκεί για να την χειροκροτούν και να δακρύζουν περήφανοι.

   Η Ριρή ήταν μοναχοπαίδι. Ζούσε σε ένα προάστιο της μεγάλης πόλης, σε μια μονοκατοικία με υπόγειο, επάνω όροφο κι αυλή τίγκα στις λεμονιές, τις νεραντζιές και τις αναρριχόμενες βουκαμβίλιες στον ασβεστωμένο χτιστό φράχτη. Σ’ αυτό το σπίτι έμεναν οι δυο της γονείς, ο παππούς της, που ήταν μπαμπάς του μπαμπά της, η γιαγιά της, που ήταν μαμά του μπαμπά της κι η άλλη της γιαγιά, που ήταν δυο φορές γιαγιά της, γιατί ήταν πρώτα γιαγιά της μαμάς της. Στον κάτω όροφο ήταν το κουζινάκι, η σαλονοτραπεζαρία, η τουαλέτα για τους ξένους, ένα δεύτερο σαλόνι για να βλέπουν όλοι μαζί τηλεόραση και το γραφείο του μπαμπά. Στον επάνω όροφο ήταν όλα τα υπνοδωμάτια κι η βασική τουαλέτα, που ποτέ δεν προλάβαινε να πάρει σειρά κι έτσι πήγαινε τις πιο πολλές φορές στων ξένων. Στο υπόγειο είχε ο μπαμπάς τα εργαλεία του, η μαμά ότι σαβούρα δεν ήθελε κι η γιαγιά το ραφτάδικό της. Ποτέ, αλήθεια, δεν την είχε πειράξει αυτός ο συνωστισμός μέσα στο σπίτι. Τις πιο πολλές φορές το σπίτι ήταν άδειο, γιατί όλοι, εκτός από την μεγάλη γιαγιά, πήγαιναν στις δουλειές τους. Μόνο το βράδυ θα συναντιόντουσαν απαραιτήτως πρώτα γύρω από το μεγάλο τραπέζι του πρώτου σαλονιού, ντυμένο με μουσαμά, συνήθως με απροσδιόριστα φυτά ζωγραφισμένα πάνω του, ποτέ με τα καλά τραπεζομάντηλα, που έβγαιναν σε γιορτές, αργίες, γενέθλια, Χριστούγεννα και Πάσχα, ενώ έπειτα μεταφερόντουσαν γύρω από την μεγάλη τηλεόραση κι έβλεπαν τις «Φανταστικές ιστορίες», ιστορίες, που τους έμοιαζαν άπιαστες. Ήταν ένα πρόγραμμα της τηλεόρασης, που παιζόταν πολλά χρόνια κι είχε σημειώσει εξωφρενική επιτυχία, γι’ αυτό οι παραγωγοί του συνέχιζαν να το γυρίζουν για τουλάχιστον μια επταετία. Η σειρά αποτελούταν από αυτοτελή επεισόδια και σε κάθε επεισόδιο παρουσίαζε και μια ιστορία για έναν άλλον φανταστικό κόσμο, όπου όλα γίνονταν διαφορετικά από τον δικό μας. Παρουσιάζονταν έτσι άλλοι πλανήτες ή κόσμοι εδώ στην γη, που όμως εμείς δεν τους βλέπαμε και ζούσαν διαφορετικά από εμάς. Κάποιοι από αυτούς είχαν τα κρεβάτια τους πάνω στο ταβάνι, κάποιοι άλλοι μιλούσαν με καλικάτζαρους κι άνθη και κάποιοι άλλοι οδηγούσαν διαστημόπλοια ή πολεμούσαν υπερμεγέθη τέρατα στα πέρατα της πλάσης.

   Μετά το τέλος των επεισοδίων ο καθένας τους έπεφτε στο κρεβάτι, χορτάτος από το υπερπλήρες γεύμα, μα πεινασμένος να ζήσει τις φανταστικές ιστορίες, που ‘χε δει λίγο πριν στο κουτί. Αυτό όμως δεν συνέβαινε και στην μικρή Ριρή. Επηρεασμένη καθώς ήταν από τις εικόνες, που ‘χε δει στην μικρή οθόνη, όλα ξαφνικά μεγάλωναν στο δωμάτιό της. Αδυνατούσε τότε να κοιμηθεί και φανταζόταν πως ξεπηδούσαν τέρατα από παντού. Κουκουλωνόταν με την κουβέρτα της και ανέπνεε με δόσεις για να μην καταλάβουν όλοι αυτοί, που είχαν έρθει ακάλεστοι στο δωμάτιο της, ότι βρίσκεται κάτω από το μεγάλο μάλλινο βουνό από σκεπάσματα. Τα καλοκαίρια, οι ήχοι από τα τζιτζίκια, δεν ήταν γάργαρο μελωδικό τραγούδι, αλλά ο επίμονος χτύπος του ρολογιού του εξωγήινου πλάσματος μέσα στο δωμάτιο της ενώ τους χειμώνες, ο αέρας, που παλλόταν στα παράθυρά της, ήταν η δυνατή ανάσα του, που καραδοκούσε. Για πολλά χρόνια πίστευε ότι ο μικρός εξωγήινος κοιμόταν κάτω από το κρεβάτι της. Έτσι δεν κοιτούσε ποτέ από κάτω. Όταν κάτι της έπεφτε προς τα εκεί δεν το μάζευε. Ενώ τοποθετούσε πάντοτε τις παντόφλες της αρκετά μέτρα μακριά από το κρεβάτι μην τυχόν και το βράδυ της τις τραβήξει προς τα μέσα για να την παγιδεύσει. Την φοβία της ή μάλλον την βεβαιότητά της για τα φανταστικά πλάσματα της νύχτας δεν την είχε εξομολογηθεί σε κανέναν για πολύ καιρό. Μέσα σ’ όλο της τον φόβο και τον πανικό ήταν πεπεισμένη ότι έτσι προστάτευε την οικογένειά της από μια ολική επιδρομή στο σπίτι. Έτσι περνούσε όλο το μαρτύριο μόνη της. Κουκουλωνόταν, περίμενε, περίμενε, περίμενε, ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος.

   Τα χρόνια περνούσαν κι η μικρή Ριρή γινόταν Ρηνούλα, Ειρηνάκι, μέχρι, που κάποια στιγμή έγινε κοτζάμ Ειρήνη. Τα χρόνια της μετριότητας είχαν πορευθεί παρέα με απώλειες δυσαναπλήρωτες, αφού οι συνήθειες κι οι άνθρωποι του σπιτιού άλλαζαν θέση σαν σφινοτουβλάκια σε κατασκευές μισογκρεμισμένες, με μικρές επιτυχίες και με σταθερές φοβίες. Στο σπίτι τώρα ζούσαν τρεις από τις άλλοτε τέσσερις γυναίκες του σπιτιού. Η Ειρήνη, η μαμά της κι η αειθαλής γιαγιά της, που ήταν πρώτα γιαγιά της μαμάς της. Τους άλλους της παππούδες τους έχασε με διαφορά εξήντα τριών επεισοδίων ενώ ο μπαμπάς της ζούσε πια σ’ άλλο σπίτι στο κέντρο της πόλης, που δεν μύριζε, όπως έλεγε, ναφθαλίνη και τραχανά. Την αγαπούσε την Ειρήνη όμως και την έβλεπε συχνά. Ωστόσο από τότε, που έφυγε κι ο μπαμπάς από το σπίτι, τα τέρατα ερχόντουσαν όλο και πιο συχνά στο δωμάτιο της. Κάποιες φορές ακόμα και κατά τον μεσημεριανό ύπνο, που σκοτείνιαζε το δωμάτιο από τις κλειστές σήτες και τις εμπριμέ κουρτίνες, που έπαιζαν κρυφτό με τον ήλιο. Ασυνήθιστο βέβαια καθώς δεν ήταν πια μικρό παιδί κι ήξερε ότι όλα αυτά ήταν δημιουργήματα της φαντασίας της. Παρόλα αυτά είχε βρει διάφορους τρόπους για να σπάει τους κώδικες των τεράτων. Ανοιγόκλεινε τα φώτα δεκαπέντε φορές, ίσιωνε το σεντόνι της πάντοτε στα δεξιά, έκανε παπάκια με τα χείλια της και διάφορα άλλα μυστικά κόλπα χρησιμοποιούσε, με τα οποία έδιωχνε τα τέρατα μακριά. Έτσι κοιμόταν ήσυχη κι ασφαλής, γιατί είχε τον έλεγχο της κατάστασης και κανένα τέρας δεν θα την ενοχλούσε αρκεί ν’ ακολουθούσε σωστά την ιεροτελεστία.

   Κάποια φορά η αειθαλής γιαγιά της έπαψε να ‘ναι αειθαλής. Ήταν ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ του Φλεβάρη κι η αγαπημένη σειρά της οικογένειας είχε σταματήσει να παίζει προ πολλού στις οθόνες των ανθρώπων. Η γιαγιά της καθόταν στην μεγάλη καφέ πολυθρόνα του σαλονιού κι έπλεκε με τα χέρια της ένα κάτι. Η μαμά της άκουγε κάτι κι η Ειρήνη δεν είχε κάτι να κάνει. Ήταν τότε δεκαεπτά χρονών. Κάποια στιγμή η γιαγιά της σήκωσε το βλέμμα της προς την Ειρήνη, που καθισμένη με το ένα πόδι πάνω στο άλλο στον καναπέ, χαζολογούσε. «Πέρασα μια ζωή μέσα στις σκέψεις. Μετρούσα το κάθε τι. Τα λόγια μου, τις πράξεις μου, τις μπουκιές μου, τις μπουκιές των άλλων και τα όνειρά μου. Έχασα, Ριρή, έχασα… Δεν έκανα ούτε ένα φανταστικό ταξίδι όσο κι αν το ήθελα και δεν έχω καμία ιστορία να σου αφήσω παρακαταθήκη παρά μόνο αυτό, που ξέρω πολύ βαθιά μέσα μου. Δεν υπάρχουν πολλοί φανταστικοί κόσμοι. Υπάρχει μόνο ένας φανταστικός κόσμος κι είναι πραγματικά φανταστικός. Είναι ένας κόσμος αγάπης, πίστης, ελευθερίας μα για να τον δεις, παιδί μου, πρέπει ν’ αφεθείς. Πρέπει να χάσεις τον εαυτό σου και να τον ψάξεις στα πιο απίθανα μέρη. Πρέπει να πάψεις να μετράς. Πρέπει να πάρεις φόρα και να πηδήξεις στην θάλασσα κι ας μην ξέρεις να κολυμπάς. Δεν έχουμε κανένα έλεγχο, Ριρή, παρά μόνο το θάρρος για να πολεμήσουμε τα τέρατα… Μπορείς να το θυμάσαι αυτό;» της είπε και σηκώθηκε σέρνοντας τα πασούμια της και την φίλησε στο μέτωπο.

   Η γιαγιά εκείνο το βράδυ είδε το πιο ωραίο όνειρο. Είδε ότι έμπαινε σ’ ένα μεγάλο πλοίο και ταξίδευε σε καταγάλανα νερά. Τα νερά ήταν τόσο καθαρά, που έβλεπε πλάσματα πέρα από κάθε φαντασία να κολυμπούν πλάι σε δελφίνια, καρχαρίες να φιλούν γόπες στοργικά και εξερευνητές να χορεύουν αγκαλιά με τα υπόλοιπα ψάρια. Τόσο θαυμαστό ήταν αυτό, που έβλεπε, που για πρώτη φορά αφέθηκε και βούτηξε. Τότε καβάλησε την πλάτη ενός τόνου και χάθηκε πέρα από το ηλιοβασίλεμα για πάντα. Έτσι η αειθαλής γιαγιά της Ειρήνης έκανε το πρώτο και το τελευταίο φανταστικό της ταξίδι. Στο δίπλα δωμάτιο η Ριρή σκεφτόταν αυτά, που της έλεγε η γιαγιά της όμως θα περνούσαν αρκετά χρόνια για να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε. Έτσι είναι τα φανταστικά ταξίδια. Πρέπει να είσαι έτοιμος για να καβαλήσεις την πλάτη ενός τόνου και να ταξιδέψεις πέρα από το ηλιοβασίλεμα.

   Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Η Ριρή είχε γίνει για τα καλά μεγάλη. Σίγουρα δεν έβλεπε τέρατα πια στο δωμάτιο της τα βράδια και πια τα μεσημέρια δούλευε, οπότε δεν υπήρχαν κλειστές σήτες για να σκοτεινιάσουν το μυαλουδάκι της. Όμως δεν είχε κάνει ούτε ένα φανταστικό ταξίδι. Δεν είχε ανακαλύψει κανέναν κόσμο πέρα από τον κανονικό και δεν είχε ανακαλύψει κανένα μυστικό. Παρέμενε κόρη ενώ ήταν ακόμα σύζυγος, εργαζόμενη και σύγχρονη γυναίκα στον δυτικό κόσμο. Ο χρόνος είχε γίνει πια τόσο πολύτιμος, που χρειαζόταν να μετράει τα πάντα για να μπορέσει να ‘χει τον έλεγχο και να μην συμβεί τίποτα ανεπανόρθωτο. Τόσο πολύτιμος ήταν που κατάφερε να ξεχάσει τα λόγια της αειθαλούς γιαγιάς της. Η Ριρή είχε γίνει Ειρήνη ανεπιστρεπτί.

   Υπάρχει όμως πάντα αυτός ο μυστικός κόσμος, που μας περιμένει να τον ανακαλύψουμε και τις πιο πολλές φορές κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη. Ήρθε ο καιρός, που η Ειρήνη μετακόμισε με τον άντρα της στο διώροφο σπίτι με την παντάνθιστη λεμονιά, την νεραντζιά με τα πιο γλυκά πικρά νεράντζια και την ασβεστωμένη στα ανθάκια της, από τα πολλά ασβεστώματα, βουκαμβίλια. Το πρωινό της μετακόμισης η Ειρήνη μπαινόβγαινε αγχωμένη κι έβαζε πότε το ένα πράγμα στην θέση του και πότε το άλλο. Τίναζε πότε πότε τίποτα σκονισμένο μα πιο πολύ σαματά έκανε παρά δουλειές. Αφού νύχτωσε τα πιο πολλά πράγματα είχαν τακτοποιηθεί από τους ανθρώπους, που είχαν έρθει να βοηθήσουν. Η Ειρήνη κρατώντας την φουσκωμένη της κοιλιά, που άγγιζε πια τους εφτά μήνες, ανέβαινε νωχελικά τις σκάλες, εκνευρισμένη, που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει τα πράγματα όπως ήθελε, γιατί λόγω της κατάστασής της δεν μπορούσε να ‘χει τον έλεγχο. Ενώ τρωγόταν με τα μέσα της, άνοιξε την πόρτα του παιδικού της δωματίου, ν’ αφήσει πάνω στο γραφειάκι το κουτί με τις κλωστές. Όπως πήγε να τις πετάξει με φόρα και να κλείσει την πόρτα, ξέφυγε μια κι άρχισε να κατρακυλάει κάτω από το κρεβάτι. Η Ειρήνη έντρομη ξεροκατάπιε. Δεν γινόταν να μην είναι στην θέση της η κλωστή μα δεν γινόταν να κοιτάξει και κάτω από το κρεβάτι. Αυτή ήταν μια συνήθεια, που ποτέ δεν κατάφερε να της ξεγλιστρήσει. Υποσυνείδητα η Ειρήνη σκέφτηκε ν’ ανοιγοκλείσει δεκαπέντε φορές το φως πριν κοιτάξει από κάτω όμως τότε συνέβη κάτι αναπάντεχο. Το μωρό κλώτσησε τόσο δυνατά μέσα στην κοιλιά της, που την έσπρωξε σχεδόν μέχρι τα πόδια του κρεβατιού. Η Ειρήνη πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε για πρώτη φορά στην ζωή της κάτω από το κρεβάτι της.

   Δεν είδε κανέναν φανταστικό κόσμο η Ειρήνη κάτω από το κρεβάτι της, όπως θα περίμενε κανείς στο τέλος αυτής της ιστορίας. Το μόνο, που είδε, ήταν ένα μάτσο σκόνη, μια κάλτσα κι άλλη μια, έναν χάρακα κι ένα πλαστικό τρενάκι. Τράβηξε με το χέρι της την κλωστή και με το άλλο το τρενάκι. Έπειτα ξάπλωσε ανάσκελα κι έκλεισε τα μάτια της. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Μια περίεργη ευχαρίστηση την κατέκλυσε. Ίσως να ήταν κι ανακούφιση, που δεν υπήρχε κανένα τέρας κάτω από το κρεβάτι της. Ποιος ξέρει; Η Ειρήνη άρχισε να πηγαινοφέρνει το πλαστικό τρενάκι στην κοιλιά της και να βγάζει τους αντίστοιχους ήχους, που κάνει κατά την επικείμενη αναχώρηση. Οι ήχοι μπλέκονταν με πνιχτά γελάκια. Τότε συνέβη κάτι φανταστικό. Έτσι όπως είχε κλειστά τα μάτια της κι έπαιζε με το τρενάκι, η Ειρήνη, έτσι ξαφνικά, ανακάλυψε τον μυστικό κόσμο των πλασμάτων. Έναν κόσμο όπου άλλοι άνθρωποι καβαλούσαν τόνους, σαν την γιαγιά της κι άλλοι ταξίδευαν με πλαστικά τρένα, λίγο πολύ σαν εκείνη. Η Ειρήνη, που ‘χε γίνει Ριρή για λίγο, από εκείνη την στιγμή κι έπειτα δεν θα μετρούσε ποτέ ξανά. Μα κι αν τύχαινε να ξεχνιόταν που και που και να μετράει υπήρχε πάντα ο ήχος της αναχώρησης για να την συνεφέρνει. Έπαιρνε τότε τις αποσκευές της, όλες κι όλες δυο ευχές και χανόταν στους φανταστικούς κόσμους της.

 

Τέλος

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES