Μικρές Ιστορίες για μεγάλα παιδιά: Του ουρανού, της γης και του αέρα

Guest Editors

«Δεν ξέρω πότε έγινα μεγάλη. Ίσως να μην έγινα. Ίσως τελικά οι άνθρωποι να μην μεγαλώνουν ποτέ… Να γέρνουν το σώματά τους μόνο και μόνο για να ξαναβρεθούν κουλουριασμένοι στην κοιλιά της μαμάς τους. Την πρώτη  τους αγκαλιά αποζητούν οι άνθρωποι. Ναι, αυτό είναι. Περπατούν πότε περήφανοι να κοιτούν τα σύννεφα του ουρανού και πότε σκυφτοί να κοιτούν τα παπούτσια τους. Όμως πιο οικείοι με τον εαυτό τους νιώθουν μόνο όταν καταφέρνουν να κουλουριαστούν μέσα σε μια ζεστή αγκαλιά. Ο κόσμος αλλάζει μέσα στην αγκαλιά. Γίνεται πιο ικανός κι ο χρόνος σταματάει. Η ενηλικίωση τότε ακουμπάει να ξαποστάσει σ’ ένα φύλλο, που πηγαίνει ήσυχα πέρα δώθε, στην δίνη ενός γλυκού ανέμου ενός ακόμα καλοκαιριού. Όσες ιστορίες γραφτούν είναι αφιερωμένες σε όλα τα μικρά παιδιά, που έχουμε αφήσει να μας περιμένουν κάτω από το δέντρο για να παίξουμε, όσο εμείς παλεύαμε να γίνουμε μεγάλοι.»

Σοφία Κουκουλά

Αυτή είναι μια ιστορία αγάπης. Κάποτε γράφτηκε ένα τραγούδι για ένα ψάρι και ένα πουλί, που αγαπήθηκαν πολύ. Πέρασαν χρόνια και χρόνια. Το τραγούδι άπλωνε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Περνούσε μέσα από τα αυτιά τους και έφτανε μέχρι τις καρδιές τους. Τα χρόνια έγιναν δεκαετίες και οι δεκαετίες αιώνες. Το τραγούδι συνέχιζε να τραγουδιέται στις αυλές των ηλικιωμένων γυναικών, στις κορφές των πιο απόκρημνων βουνών, στα κυματοδαρμένα καράβια των ναυτικών, στα στήθια των μανάδων σαν γλυκιά πνοή ή σα νανούρισμα, ανάμεσα από τα δέντρα όταν η νύχτα έπεφτε βαριά και το πρώτο φως του ήλιου αργούσε να φανεί. Οι άνθρωποι είχαν αγαπήσει αυτό το τραγούδι, γιατί μιλούσε για μια αδύνατη αγάπη, που στην πραγματικότητα ήταν πιο δυνατή από κάθε άλλη. Αφού είχαν καταφέρει να αγαπηθούν πλάσματα του ουρανού με πλάσματα της θάλασσας, τότε στην γη τίποτα δεν έμοιαζε αδύνατο να συμβεί. Έτσι οι άνθρωποι σαν το άκουγαν έβρισκαν παρηγοριά στα λόγια του ή το ψέλλιζαν σαν ευχή στα παιδιά τους.

Εφτά χρονών ήταν όταν το πρώτο άκουσε η Αναστασία. Καλοκαίρι ήταν. Άλλος ένας Αύγουστος στο χωριό να της καίει τις πατούσες. Καθώς ανέβαινε την σπειρωτή ανηφόρα για να φτάσει στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, της το έφερε ο αέρας στα αυτιά της. Έτσι όπως ήταν ιδρωμένη από το περπάτημα και λαχανιασμένη από την ανηφόρα στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Ήθελε μόνο να φτάσει μ’ όλη την καρτέλα τ’ αυγά άθικτη. Ήταν από τα πρώτα της θελήματα και ήθελε ν’ αποδείξει ότι ήταν ικανή να το φέρει εις πέρας. Δώδεκα αυγά είχε πάνω η καρτέλα. Εφτά άσπρα και πέντε καφέ της είχε βάλει ο μπακάλης. Περπατούσε και πότε έριχνε κλεφτές ματιές στον δρόμο, πότε μετρούσε τ’ αυγά να δει αν ήταν όλα στην θέση τους.

Καθώς πλησίαζε όμως στο τελείωμα του ασφαλτοστρωμένου δρόμου, το τραγούδι άρχισε να δυναμώνει. Έκανε δεξιά, έκανε αριστερά, κανείς. Το τραγούδι όλο και δυνάμωνε εν τω μεταξύ και μπλεκόταν με τα τζι τζι των τζιτζικιών. Διασχίζοντας τον κάθετο δρόμο και περνώντας απέναντι στον χωμάτινο, η Αναστασία εντόπισε τον επίδοξο τραγουδισταρά. Κάτω από τον ίσκιο μιας γερό συκιάς είχε αράξει ένας παππούς, πιθανότατα πιο μεγάλος κι από τον πλάτανο της πλατείας. Μπροστά του απλώνονταν τ’ αμπέλια του, έτοιμα να τρυγιστούν και γύρω του τα στάχυα και τα ξερόχορτα, φλέρταραν κίτρινες καλημέρες με τον αυγουστιάτικο ήλιο. Εκείνος είχε βάλει το ένα πόδι πάνω στο άλλο, είχε ακουμπήσει την γέρικη πλάτη του στην συκιά και είχε χαμηλώσει το καπέλο του -διαφημιστικό καπέλο με ξεβαμμένη την μακέτα από την πολυκαιρία, τον ήλιο και την αλμύρα του ιδρώτα- μέχρι τα χείλια του, που κελαηδούσαν τα λόγια ενός παράξενου τραγουδιού. Ήταν χοντρός και έτσι από τον αφαλό και κάτω τα κουμπιά του είχαν επαναστατήσει, κάνοντας εμφανή την λευκή φανέλα του. Το πουκάμισό του δεν ήταν αυτό, που φορούσε τις Κυριακές στην εκκλησία. Ήταν αυτό, που κρεμούσε στο καρφί του χολ και φορούσε κάθε πρωί για να πάει στα χωράφια. Ριγωτό, σκισμένο και μπαταρισμένο σε κάποια σημεία, μύριζε πράσινο σαπούνι ανακατεμένο με χώμα και μούστο. Από κάτω ζωνάρι και παντελόνι και παπούτσια, πουδραρισμένα με σκόνη και ενθύμια του χωραφιού.

Όμως αυτή την εικόνα στους ανθρώπους του χωριού την συναντούσε συχνά η Αναστασία. Άλλο της έκανε εντύπωση. Έτσι όπως είχε σταματήσει στην άκρη του δρόμου και παρατηρούσε τον ηλικιωμένο άντρα κρατώντας τ’ αυγά της παραμάσχαλα, διέκρινε τα χέρια του ακουμπισμένα στο πλάι προσπαθώντας να δώσουν τον ρυθμό. Ήταν καβουρντισμένα από τον ήλιο, χοντρά, γεμάτα γραμμές. Τόσες γραμμές δεν είχε ξανά δει στην ζωή της. Ατέλειωτα ποτάμια περνούσαν από τα χέρια αυτού του άντρα. Σκούρα καφέ ποτάμια πάνω σε σοκολατένια παλέτα, που κατέληγαν στα κίτρινα και σκληρά νύχια του έτοιμα να παίξουν κιθάρα με τον χρόνο. Η Αναστασία φαντάστηκε τότε αυτά τα ποτάμια να κυλάνε σ’ όλο το σώμα του και στο τέλος τα έβλεπε να καταλήγουν μέχρι το ρυτιδιασμένο πηγούνι και τα ενωμένα με χιλιάδες ιστορίες, που είχε ακούσει, αυτιά του.

Τότε ήταν, που η Αναστασία άκουσε για πρώτη φορά τι έλεγε το τραγούδι. Μιλούσε για ένα ευτυχισμένο πουλί, που σε όλη του την ζωή πετούσε από πόλη σε πόλη ελεύθερο. Δεν είχε σε κανέναν να δώσει λογαριασμό και έτσι κάθε πρωί απλά αποφάσιζε ποιο θα ήταν το επόμενο μέρος, που θα πήγαινε. Χωρίς αποχαιρετισμούς και χωρίς κλάματα, άφηνε πίσω του την πρόχειρη φωλιά, που έστηνε τα βράδια στα κλαδιά των δέντρων και πετούσε για τον επόμενο τόπο, που θα ανακάλυπτε. Έβλεπε και τι δεν έβλεπε πετώντας πάνω από όλους και όλα. Ανθρώπους, που πιάνονταν στα χέρια και μετά φιλιώνανε, ζώα, που έτρεχαν χαρούμενα στα λιβάδια, λουλούδια, που σκαρφάλωναν στους τοίχους των σπιτιών,  μωρά, γέρους, νέους, μνημεία, θάλασσες, ρυάκια, θάμνους, παζάρια, παντζάρια, μαγειρικές, φυλακές. Αυτά τα ουρανένια ταξίδια του κράτησαν χρόνια πολλά ώσπου άρχισε να κουράζεται. Άρχισε να μένει σ’ έναν τόπο για δυο ημέρες. Έπειτα οι ημέρες έγιναν πέντε, μια εβδομάδα, μήνας, ολόκληρος χρόνος. Το ελεύθερο πουλί σταμάτησε να πετάει. Μαραζωμένο καθόταν τις πιο πολλές ώρες στο δέντρο του και έκανε μόνο μικρές πτήσεις για να τσιμπήσει κανένα σκουλήκι. Ξαφνικά όσα στην ζωή του φάνταζαν μοναδικά εχέγγυα για την ελευθερία του, τώρα είχαν γίνει τα δεσμά του. Δεν είχε κανέναν τόπο να επιστρέψει, γιατί δεν τον περίμενε κανείς. Δεν είχε κανέναν καινούργιο τόπο για να πάει, γιατί δεν θα συναντούσε κανέναν. Μαράζωνε μόνο του και τα πρωινά τραγουδούσε κρυφά τους καημούς του. Ώσπου το τραγούδι του μαλάκωσε τις καρδιές των δέντρων, που γέρνοντας προς το χώμα, το τραγούδησαν στα λουλούδια τους δάσους. Τα λουλούδια, με την σειρά τους, το είπαν μυστικά στις μέλισσες. Οι μέλισσες στα παιδιά τους και εκείνα στις αρκούδες, που έψαχναν για μέλι. Οι αρκούδες το τραγούδησαν στους λύκους κι εκείνοι σκύβοντας να πιουν νερό από το ρυάκι το είπαν στα πετραδάκια, που γυάλιζαν στον πάτο και φαίνονταν κρυστάλλινα μέσα από τα διάφανα νερά του. Τα πετραδάκια το τραγουδούσαν κάθε βράδυ στα ψάρια του γλυκού νερού κι εκείνα έπειτα στα γενναία ψάρια της θαλάσσης, όταν τύχαινε να ενώσουν τα νερά τους. Κάποτε έφτασε στα αυτιά ενός μοναχικού ψαριού, μικρού όσο ένας γυρίνος. Το ψάρι αυτό, που είχε απομείνει στάσιμο σε λιμνάζοντα νερά, βρήκε λόγο για να ταξιδέψει πάλι. Θα συναντούσε το μοναχικό πουλί και θα του έκανε παρέα, για να μην νιώθει μόνο. Το ψάρι άρχισε να κολυμπάει μανιασμένα. Φτάνοντας κάτω από το δέντρο του πουλιού άρχισε να τραγουδάει με δύναμη το πονεμένο τραγούδι του. Το πουλί κοίταξε κάτω. Ο ήχος του ψαριού μπερδευόταν με την ορμή του νερού αλλά όλο και δυνάμωνε σε ένταση. Το πουλί και το ψάρι κοιτάχτηκαν στα μάτια. Αγαπήθηκαν αμέσως. Από τότε ταξιδεύουν ημέρα νύχτα μαζί. Το ένα πετώντας στον ουρανό και το άλλο κολυμπώντας στα νερά του κόσμου. Όταν πάλι δεν έβρισκε νερό για να κολυμπήσει το ψάρι, το πουλί πήγαινε την βόλτα του και γυρνούσε πάντα πίσω έγκαιρα. Τα δυο πλάσματα έμειναν μαζί μέχρι το τέλος, πιο ευτυχισμένα και πιο ελεύθερα από ποτέ.

Τα μάτια της Αναστασίας είχαν γεμίσει δάκρυα. Ήταν το πιο όμορφο τραγούδι, που είχε ακούσει ποτέ. Μαζί με τα βυζαντινά γυρίσματα, που είχε προσθέσει ο άντρας με τα ροζιασμένα χέρια –σίγουρα ήταν ψάλτης στην εκκλησία- το τραγούδι έμοιαζε να ταξιδεύει μαζί με το πουλί και το ψάρι μέσα έξω στην καρδούλα της και να την φουσκώνει σαν ψωμί στον ξυλόφουρνο. Μια μικρή μελαγχολία την διαπέρασε. Κάτι, που δεν είχε νιώσει ξανά. Μόνο ίσως κάποιες Κυριακές απόγευμα τον χειμώνα, που τελείωνε το διάβασμα και δεν είχε τι να κάνει μέσα στο σπίτι. Σε τέτοια ένταση όμως ποτέ. Το μικρό κορίτσι άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε και έκλαιγε με λυγμούς, τόσο που η χάρτινη καρτέλα μούσκεψε και έπεσαν χάμω τα πιο πολλά αυγά. Μόλις το κατάλαβε κράτησε στην χούφτα της τα δύο, που είχαν καταφέρει να σωθούν και πέταξε την μουσκεμένη καρτέλα στον κάδο. Κατόπιν έδωσε μια και έριξε μια γρήγορη τρεχάλα μέχρι το σπίτι του παππού και της γιαγιάς, χτισμένο στο τέλος του δρόμου. Ο γέρος, που καθόταν κάτω από την συκιά για να κάνει ένα διάλλειμα, αντιλήφθηκε την αναμπουμπούλα και σήκωσε το καπέλο του. Τότε είδε τα ποδαράκια της μικρής ν’ ανακατεύουν τον χωμάτινο δρόμο πίσω τους και κατάλαβε ότι όλη αυτή την ώρα είχε κοινό.

Δεν συναντήθηκαν ποτέ τα βλέμματα του άντρα με τα καβουρντισμένα χέρια και του κοριτσιού με τα δίχρωμα αυγά. Όμως αυτή η συνάντηση έδεσε για πάντα αυτούς τους δύο ανθρώπους χωρίς να το ξέρουν. Για λίγη ώρα είχαν γίνει το ψάρι και το πουλί. Συνταξιδιώτες και φίλοι, που από τότε και έπειτα θα αναζητούσαν ο ένας τον άλλο για να πετάξουν ή να κολυμπήσουν μαζί. Μετά από το συμβάν ο χοντρός γέρος άρχισε να γελάει δυνατά, μέχρι, που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα από τα γέλια. Δάγκασε μια μπουκιά ψωμοτύρι, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και συνέχισε την δουλειά του στα αμπέλια. Η Αναστασία έφτασε λαχανιασμένη μέχρι την γιαγιά της. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, το ίδιο και το πρόσωπό της μα πιο πολύ από όλα κόκκινη ήταν η μικρή της καρδιά. Εκείνο τον Αύγουστο είχε ακούσει την πιο ωραία ιστορία αγάπης του κόσμου. Η γιαγιά έτρεξε, σέρνοντας τις παντόφλες της, μέχρι την πόρτα να δει τι είχε πάθει το παιδί. Δίπλα από την μπουκαπόρτα ένα καφάσι γεμάτο σταφύλια, έτοιμα να φαγωθούν. Η Αναστασία άνοιξε τις χούφτες της. Στα χέρια της κρατούσε δυο αυγά, ένα καφέ και ένα άσπρο.

Τέλος

Στον παππού μου το Ντίνο, που αγαπούσε πολύ το χωριό του,

Σοφία Κουκουλά

 

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES