Fairy Plays #12: Ένας μικρός άνθρωπος

Guest Editors

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας μικρός, τόσος δα, μια σπιθαμή άνθρωπος, που άκουγε στο όνομα Κλεομένης. Χαϊδευτικά οι γείτονες και οι φίλοι του τον φώναζαν Κλεό ή σπανίως Μένη, καθώς πίστευαν πως δεν ταίριαζε ένα τόσο μεγάλο όνομα σ’ έναν τόσο μικρό άνθρωπο. Ο Κλεό ή σπανίως Μένης είχε ύψος ίσα με την κεφαλή ενός μέτριου σε ύψος μανιταριού, ζύγιζε όσο ένα νούφαρο και φόραγε παπούτσια ειδική παραγγελία με διπλά κορδόνια. Τα ρούχα του ήταν ραμμένα στο χέρι από τον ίδιο παίρνοντας και μεταποιώντας παλιά ξεσκονόπανα, ρέλια ή τσέπες από μεταχειρισμένα παντελόνια. Στο κεφάλι του φορούσε πάντα ένα μακρόστενο καπέλο, σαν αυτά των μάγων, όμως χωρίς αστέρια και φεγγάρια ζωγραφισμένα στο ύφασμά του. Πιο πολύ φορούσε το καπέλο για να παίρνει λίγο ύψος και να τον βλέπουν οι περαστικοί και να μην τον πατάνε όταν πήγαινε στο παζάρι. Αυτός ήταν ο Κλεό. Ένας φιλήσυχος, σχεδόν ανύπαρκτος, άνθρωπος, που περπατούσε ανάμεσα σε τόσους.

   Ο Κλεό είχε την τύχη να γεννηθεί στην πιο όμορφη μεριά του πλανήτη. Λέγεται μάλιστα ότι η χώρα του Κλεό ήταν η πρώτη, που δημιουργήθηκε από την απαρχή του κόσμου. Έτσι με μια απόφαση έσταξε ο Θεός λίγο γαλάζιο από τον ουρανό και δημιούργησε τις λίμνες της. Έπειτα ζούληξε τον ήλιο δυνατά. Το φως του, διάχυτο μέσα από τα σύννεφα, ενώθηκε με το χώμα και γέννησε μια καταπράσινη πεδιάδα μέχρι εκεί, που σταματούσε το μάτι να βλέπει. Με το λευκό από τα σύννεφα ολοκλήρωσε το έργο του, ζωγραφίζοντας εδώ και εκεί χαμομηλάκια του αγρού.   Δέντρα ψηλά ορθώθηκαν με τα χρόνια, με κορμούς γεμάτους κουφάλες και μυστικά των νεράιδων. Έτσι ανάμεσα από τα σπίτια φτιάχτηκαν μικρά ή μεγαλύτερα δάση. Παντού έβλεπε κανείς σπίτια από πέτρα, από ξύλο ή και από τα δύο υλικά, γερά σπίτια με αυλές και κεραμιδί κεραμίδια, σπίτια με μποστάνια, με ζώα στο πίσω μέρος τους, με στάβλους και γυαλιστερά άλογα, με απλωμένες μπουγάδες και δουλευταράδες ανθρώπους.

    Δυστυχώς ο Κλεό δεν μπορούσε να ζει σ’ ένα τόσο μεγάλο σπίτι, γιατί μέχρι να κατάφερνε να το καθαρίσει θα ξεκινούσε άνοιξη και θα το τελείωνε χειμώνα! Μετά από δύο χρόνια σκληρής δουλειάς, είχε μπορέσει να φτιάξει όμως το σπίτι των ονείρων του, ιδανικό και για τις αναλογίες του. Σε μια αρκετά μεγάλη έκταση, που του άνηκε, κληρονομιά από τους αγαπημένους του γονείς, άφησε το πιο μεγάλο κομμάτι της για να το καλλιεργήσει και στην πλευρά, που έστεκε καμαρωτή η μηλιά του, έχτισε ένα πολύ όμορφο διώροφο σπιτάκι. Όλα τα υλικά, που χρησιμοποίησε για να φτιάξει το σπίτι του ήταν ένα και ένα. Ξυλεία, μάρμαρα, πέτρα και τι υφάσματα βρήκε για τα κουρτινάκια της κουζίνας, τα τραπεζομάντηλα και τα σκεπάσματά του. Μερακλής ο Κλεό και στην τελευταία λεπτομέρεια ήταν πάντα εκεί για να βρει την ιδανικότερη λύση. Φανταστείτε ότι για να ράψει το τραπεζομάντηλο για το τραπέζι των επισκεπτών του, που φυσικά ήταν κανονικού μεγέθους και το είχε τοποθετήσει από την αντίθετη πλευρά της μηλιάς μαζί με κανονικές καρέκλες, χρειάστηκε να  μείνει ξάγρυπνος δυο εβδομάδες. Όταν τράβηξε και την τελευταία πινελιά σοβατίσματος περιμετρικά της αυλής του, πήρε την κούπα του με τον αχνιστό καφέ του, την καρεκλίτσα του και μια ζακέτα για το κρύο και κάθισε απέναντί του. Πέρασε όλο το βράδυ, μέχρι το πρώτο ξημέρωμα, να το κοιτάει συγκινημένος και να το καμαρώνει, ώσπου άρχισε να τουρτουρίζει και μπήκε μέσα. Τότε ξαλαφρωμένος από οποιαδήποτε έννοια επόμενης ημέρας έκανε τον πιο γλυκό ύπνο στα αχνοβολιστά και ολοκάθαρα σεντόνια του.

   Όπως οι περισσότεροι κάτοικοι ετούτου του τόπου έτσι και ο Κλεό ασχολιόταν με τις αγροκαλλιέργειες. Κάθε τόσο περνούσαν έμποροι από άλλα μέρη και αγόραζαν την πραμάτεια τους έναντι χρημάτων ή ανταλλαγής με άλλα προϊόντα. Σε μια τέτοια ανταλλαγή ο Κλεό βρήκε αυτή την καταπληκτική μινιατούρα δαχτυλήθρας και την αντάλλαξε με ένα κιλό ντοματίνια και από εκείνη την στιγμή δεν τρυπήθηκε ποτέ ξανά στο ράψιμο. Γενικά ήταν ευχαριστημένος από την ζωή του και σχεδόν δεν του έλειπε τίποτα! Οι γείτονές του τον αγαπούσαν και εκείνος αυτούς, είχε φίλους λίγους και καλούς και κάθε Σάββατο βράδυ έτρωγε όση σοκολάτα ήθελε, εκτός από ένα βράδυ, που ήταν άρρωστος και πονούσε ο λαιμός του και δεν μπορούσε να φάει τίποτα.

   Ήρθε ο καιρός και ο καλός γείτονας του Κλεό, από την μεριά της μηλιάς, κύριος Τρυπιοχέρης, έχασε όλη του την περιουσία και αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι του και να μετακομίσει στην μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά. Αφού τους χαιρέτησε όλους έναν έναν, έδωσε το μικρό του δαχτυλάκι στον καλό του φίλο και γείτονα Κλεό και με δάκρυα στα μάτια του έσφιξε το χέρι. Πάνε τα ξενύχτια κι οι χαρές και τα Σάββατα με την απεριόριστη σοκολάτα. Ο κύριος Τρυπιοχέρης λίγο πριν φύγει, έστρεψε το βλέμμα του στους συντοπίτες του. Έβαλε το σκούρο του καπέλο και σήκωσε το χέρι και τότε όλοι του κούνησαν το μαντήλι ποτισμένο από τα δάκρυά τους.  Ήταν ένας καταπληκτικός αποχωρισμός, αλήθεια. Τα είχε όλα. Κλάμα, υποσχέσεις για τακτή επικοινωνία και ευχές για ένα ευοίωνο μέλλον. Τελευταίος έμεινε ο Κλεό να τον κοιτάει να ξεμακραίνει. Αφού είδε τον φίλο του να γίνεται κουκίδα έκλεισε την πόρτα πίσω του και απογοητευμένος έπεσε για ύπνο.

   Τον ξύπνησαν φωνές και τρυπάνια. Έδωσε ένα σάλτο και πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Φόρεσε γρήγορα τα ρούχα του, βούρτσισε σχολαστικά τα δόντια του και έβαλε το μακρόστενο καπέλο του. Βγαίνοντας στην αυλή του τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Ο νέος ιδιοκτήτης και γείτονας του είχε ξεκινήσει από νωρίς τις εργασίες ανακαίνισης του νέου του σπιτιού. Ο Κλεό κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν. Στεκόταν ανέκφραστος με μια τσιγκελωτή κόκκινη γενειάδα και επέβλεπε τους εργάτες του. «Καλημέρα» του φώναξε ο Κλεό. Ο κοκκινογενειάκιας δεν απάντησε τίποτα. «Αν χρειαστείτε βοήθεια, μην διστάσετε. Πιάνουν τα χέρια μου…» του φώναξε ξανά ο Κλεό. «Αυτή την μηλιά φαντάζομαι εσείς δεν την χρειάζεστε…» του αποκρίθηκε με τα πολλά ο κοκκινογένης γείτονας. «Πως είπατε;» ακούστηκε παραξενεμένος ο Κλεό. «Η μηλιά, κύριε, είναι πολύ ψηλή για εσάς. Δεν την φτάνετε. Νομίζω ότι θα σας ξελαφρώσω κιόλας αν κόβω εγώ τα μήλα και τα εμπορεύομαι. Φανταστείτε να σας πέσει κανένα στο κεφάλι. Έτσι που είστε μια σταλιά, θα πάθετε άσχημο ατύχημα αν συμβεί κάτι τέτοιο. Έχω ήδη μαζέψει δηλαδή κάποια. Είναι πρώτης ποιότητας…» του είπε ο κοκκινογενειάκιας και τράβηξε μια γερή δαγκωνιά από το μήλο. «Μα τι λέτε κύριε Κόκκινε;» ο Κλεό πάνω στην σύγχυσή του δεν  κατάλαβε το προσωνύμιο, που είχε αποδώσει στον καινούργιο του γείτονα. Ο γείτονας κάγχασε υποτιμητικά.  «Αυτή είναι η περιουσία μου…» φώναξε ο Κλεό ενώ είχε γίνει τώρα αυτός κόκκινος από τα νεύρα του. «Αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε για τους δυνατούς… Αν μπορείς έλα να με πιάσεις, γείτονα, να πάρεις και τα μήλα σου. Αλλά επειδή δεν μπορείς θα σου πω εγώ τι θα γίνει. Εσύ θα πας τώρα στο μικρό σπιτάκι σου και θα συνεχίσεις να κοιμάσαι ωραία ωραία και εγώ για να δεις ότι δεν είμαι άδικος, γι’ αυτή την μηλιά, που αγόρασα θα σου δώσω αυτό…» του είπε και του πέταξε μια δεκάρα στα πόδια του. «Τώρα πληρώθηκες και με το παραπάνω. Άντε χώσου στην τρύπα σου, γείτονα…» του είπε κι άρχισε μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες να γελάνε δυνατά. Ο Κλεό ντροπιασμένος έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια και χώθηκε στο σπίτι του. Τράβηξε τα ρολά και τις κουρτίνες και στεναχωρημένος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και σχημάτισε μια μικρή κούρμπα με το ασθενικό του σώμα. Δεν θα έβγαινε ποτέ ξανά έξω.

   Ο Κλεό κράτησε την υπόσχεσή του. Πέρασαν ημέρες και κανείς δεν τον είχε δει. Κανείς βέβαια δεν ήξερε και τίποτα για την αρπαγή της κυρά μηλιάς. Ο κοκκινογενειάκιας με τις γαλιφιές του είχε γίνει αμέσως αγαπητός από όλους οπότε κανείς δεν είχε υποψιαστεί την κατάφωρη αδικία, που είχε υποστεί ο Κλεό. Κάποτε όμως οι γείτονες και οι φίλοι του άρχισαν να ανησυχούν. Περνούσαν απ’ έξω από το σπίτι του και τα έβλεπαν όλα κλειστά. Χτυπούσαν για ώρες την πόρτα του αλλά μάταια. Είχαν αρχίσει να τρομάζουν με την ιδέα ότι ο καλός τους φίλος κάτι είχε πάθει. Έτσι ένα βράδυ συγκεντρώθηκαν έξω από το σπίτι του για να κάνουν μια τελευταία προσπάθεια να τον εντοπίσουν. Ματαίως όμως, οι ελπίδες τους είχαν αρχίσει να εξασθενούν. Όπως συζητούσαν όμως και έψαχναν να βρουν μια λύση ένας απρόσμενος επισκέπτης παρουσιάστηκε. Ήταν ένας σκώληκας, που κατοικούσε σε φρούτα. «Θα σας πω εγώ τι έχει γίνει. Τα είδα όλα και τα άκουσα…» τους φώναξε και όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους στο χώμα. Έτσι ο σκώληκας τους είπε με το νι και με το σίγμα όλη την ιστορία του κοκκινογενειάκια και πως είχε φερθεί στον Κλεό και αφού τελείωσε τους παρουσίασε και την τρύπια δεκάρα ως αδιάψευστο πειστήριο. «Αφού ο Κλεό δεν έχει την δεκάρα πάνω του, η αγοροπωλησία δεν ισχύει…» φώναξε ένας. «Πρέπει κάτι να γίνει…» φώναξε ένας άλλος. Μετά από λίγη ώρα, το σχέδιο απόδοσης δικαιοσύνης είχε ήδη βρεθεί και μπει σε εφαρμογή.

   Την άλλη ημέρα κανείς δεν περίμενε, σίγουρα όχι ο κοκκινογενειάκιας, να δει αυτή την εικόνα. Ένας ολόκληρος κάμπος μοσχοβόλιζε μηλόπιτα και σ’ όλο το μήκος του είχαν στηθεί μικρά αυτοσχέδια τραπέζια με μικρά ταψιά μηλόπιτας. Ο κοκκινογενειάκιας τα ‘χασε. Δεν είχε μείνει ούτε ένα μήλο στην μηλιά. Μπροστά του στην σειρά όλοι οι γείτονες και φίλοι του Κλεό του κοιτούσαν με μισό μάτι. «Αυτό μάλλον σας ανήκει…» τον πλησίασε ένας και του έδωσε την τρύπια δεκάρα. «Αυτή πάλι όχι…» του είπε και του έδειξε την μηλιά. Εν τω μεταξύ η μυρωδιά της μηλόπιτας ήταν τόσο έντονη, που δεν γινόταν να μην κάνει τον Κλεό να βγει από το σπίτι του. Συγκινημένος από την κίνηση των γειτόνων και φίλων του δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Τα μάτια του κατάφεραν να ξεθολώσουν λίγο πριν ο κοκκινογενειάκιας αρχίσει να σχηματίζει κούρμπα με το σώμα του και να γέρνει σκυφτός, ντροπιασμένος και στενοχωρημένος μπροστά στους επίδοξους δικαστές του. «Σκεφτείτε πως τρώτε πολλές μικρές μπουκιές μηλόπιτας…» του είπε και του παρέτεινε δυο μικρά ταψιά. Ο κοκκινογενειάκιας γύρισε και κοίταξε τον Κλεό. Ξαφνικά στα μάτια του φάνταξε γίγαντας. Δεν είχε γίνει όμως ούτε γιγάντιος ξαφνικά ούτε τίποτα άλλο. Ήταν απλά ο μικρός Κλεό με την μεγάλη καρδιά. Μια καρδιά τόσο ξεχωριστή και μοσχοβολιστή, σαν τις άπειρες μηλόπιτες, που στόλιζαν τον κάμπο.

 

Τέλος

 

INFO TIPS για τους γονείς:
Κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι η αξία της δικαιοσύνης. Δευτερευόντως είναι και η αξία της συγχώρεσης.

Εκπαιδευτική ηλικία:
Παιδική και προεφηβική 6-11χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:

  • Ποιος ορίζει τι είναι δίκαιο και τι όχι;
  • Τι σημαίνει δικαιοσύνη;
  • Γιατί οι άνθρωποι αδικούν άλλους ανθρώπους;
  • Γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι δεν μπορούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους όταν αδικούνται;
  • Τι καλούμαστε να κάνουμε όταν βλέπουμε μπροστά μας να συμβαίνει μια αδικία;
  • Τι σημαίνει bulling;
  • Σε τι μας βοηθάει να συγχωρέσουμε αυτόν, που μας αδίκησε;
  • Πως μπορούμε να βγούμε πιο δυνατοί μετά από μια μεγάλη αδικία;

Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:

  • Βρίσκουμε ένα πολύ μικρό σε μέγεθος παιχνίδι του παιδιού μας και του δίνουμε τον ρόλο του Κλεό. Γύρω του μπορούμε να έχουμε τοποθετήσει πιο μεγαλόσωμα παιχνίδια, λούτρινα και άλλα, ούτως ώστε να καταλάβει το παιδί καλύτερα την διαφορά στα μεγέθη. Αρχίζουμε την διήγηση.
  • Μπορούμε με το παιδί μας να φανταστούμε τον μικρόκοσμο του Κλεό και να τον φτιάξουμε με χειροτεχνίες, πλαστελίνη ή όποιο άλλο υλικό μας βολεύει. Θα κάνει την διήγηση ακόμα πιο διασκεδαστική.
  • Πως μπορεί να ζει ο ήρωας στο μικρόκοσμό του; Ζητάμε από το παιδί να μας περιγράψει την καθημερινότητά του ή ακόμα καλύτερα του δίνουμε λίγο χρόνο για να προετοιμάσει μια ολόκληρη ημέρα του Κλεό και να μας την παρουσιάσει με έναν μικρό αυτοσχεδιασμό.
  • Παίρνουμε τον ρόλο του κοκκινογενειάκια και διαβάζουμε στο παιδί με έντονο ύφος την συγκεκριμένη αφήγηση, στην οποία αδικεί τον Κλεό. Παγώνουμε τον χρόνο. Ζητάμε από το παιδί να κάνει ανίχνευση σκέψης στον Κλεό, που είναι το μικρό σε μέγεθος παιχνίδι και ανίχνευση σκέψης σε ‘μας, που αναπαριστούμε τον κοκκινογενειάκια.
  • Συνεχίζουμε την αφήγηση και σταματάμε λίγο πριν δοθεί η λύση με τις μικρές μηλόπιτες. Δίνουμε τον ρόλο ενός γείτονα στο παιδί μας και εμείς κάνουμε έναν άλλο γείτονα. Ψάχνουμε μαζί λύσεις για να αποδώσουμε δικαιοσύνη.
  • Λίγο πριν τελειώσει το παραμύθι, ο Κλεό συγχωρεί τον κοκκινογενειάκια. Παγώνουμε τον χρόνο εκεί, που ο Κλεό του προσφέρει δύο ταψιά μηλόπιτες. Κάνουμε πάλι ανίχνευση σκέψης.
  • Ζητάμε από το παιδί να διαλέξει έναν ρόλο από αυτούς, που άκουσε και να γράψει ένα γράμμα στον Κλεό μετά την λήξη της ημέρας της μηλόπιτας.

 

 

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES