Μικρές ιστορίες για μεγάλα παιδιά: Ποια είναι η Μάγια;

Guest Editors

«Δεν ξέρω πότε έγινα μεγάλη. Ίσως τελικά να μην μεγάλωσα ποτέ. Αχ, Θεέ μου κάνε να μην μεγάλωσα! Είναι καλοκαίρι. Είναι πρωί. Η λευκή κουρτίνα πάει πέρα δώθε… Μη καταγεγραμμένη κλεψιά της ανεμελιάς στον αξόδευτο χρόνο. Η κουρτίνα στο χωριάτικο δωμάτιο συνεχίζει να κουνιέται κατά τα κέφια του αυγουστιάτικου αέρα. Το ναυτικό ρολόι του τοίχου έχει σταματήσει να προστάζει τους δείκτες του. Εγώ αραχτή να θέλω, να ονειρεύομαι, να… Όλοι και όλα υποκλίνονται στην λαχτάρα, πιο ζουμερή και από παραγινωμένο ροδάκινο. Όλα έχουν αρχές και νέα ξεκινήματα. Μόνο τα σύκα βαραίνουν την συκιά. Σε λίγο θα βγω να μαζέψω μερικά. Γέρνω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι. Μυρίζω τα μελλούμενα. Το ρολόι τώρα δείχνει ότι είμαι δώδεκα χρονών και κάτι. Κάτι ζωγραφιές παραδίπλα κεντητές σε λινό ύφασμα ισχυρίζονται με καλλιτεχνικά γράμματα «θα περάσει κι αυτό» με τα κρόσσια τους να μοιάζουν με φιδάκια του αγρού. Κρατάω την ανάσα μου. Μετράω μέχρι το είκοσι. Αχ, Θεέ μου κάνε να με βρω! Όσες ιστορίες γραφτούν είναι αφιερωμένες σε όλα τα μικρά παιδιά, που έχουμε αφήσει να μας περιμένουν κάτω από το δέντρο για να παίξουμε, όσο εμείς παλεύαμε να γίνουμε μεγάλοι.»

Σοφία Κουκουλά

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΓΙΑ;

 «Το χρονικό των ανθρώπων» ήταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο και επιχρυσωμένα τα τυπωμένα γράμματα του τίτλου του, που απλώνονταν φαρδιά πλατιά πάνω στο μαύρο φόντο του. Η Μάγια εντυπωσιασμένη από τον τίτλο του βιβλίου, το πήρε στα χέρια της και προσπάθησε να το επεξεργαστεί από πιο κοντά. Για αρχή το μύρισε. Πάντα αντιλαμβανόταν καλύτερα τον κόσμο γύρω της δια της όσφρησης. Ήταν το δυνατό της σημείο. Μύριζε δέρμα, ναι. Μύριζε όμως και κάτι άλλο. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να φέρει στο μυαλό της την μυρωδιά. Ήταν μπλεγμένα αναμεταξύ τους καμένο κάστανο πλανόδιου μικροπωλητή, κανέλα και γαρύφαλλο μαζί με μια τζούρα ψητό στον φούρνο, λεμονανθοί και βιολέτες, μυρωδιά μωρού στην αγκαλιά της μάνας του, τσιχλόφουσκα με γεύση φράουλα και αλατισμένα δέρματα από θαλασσινή παρόρμηση. Καθώς το άνοιγε όμως, από τις πρώτες ακόμα σελίδες του, η μπλεγμένη μυρωδιά του καλυπτόταν από την οξεία γεύση του αίματος, μεταλλική, πικρή, οικεία. Η Μάγια έκλεισε απότομα το βιβλίο. Μα πως είχε βρεθεί εκεί η Μάγια;

   Η Μάγια ήταν μια κανονική κοπέλα. Της άρεσε της Μάγιας να είναι κανονική. Η αλήθεια είναι ότι σε όλη της την ζωή αυτό επεδίωκε και τα είχε καταφέρει περίφημα. Είχε μια κανονική δουλειά, ένα κανονικό σπίτι και πολλούς κανονικούς φίλους. Το διαμέρισμά της βρισκόταν στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Στοιβαγμένο ανάμεσα σε ένα οδοντιατρείο και σε ένα διαμπερές τεσσάρι μιας άλλης πολυκατοικίας, ανάσαινε σχεδόν με δυσκολία. Βουτηγμένο στην γκρι παλέτα των καυσαερίων και του ξεβαμμένου πράσινου της τέντας, έβρισκε παρηγοριά στην μοναχική βουκαμβίλια, την μόνη, που ‘χε καταφέρει να επιβιώσει μετά από τις πάμπολλες άκαρπες προσπάθειες για καρποφορία σ’ εκείνο το μπαλκόνι.

   Το μικρό σπίτι της ήταν φτιαγμένο με γούστο. Είχε πολλά αναμνηστικά από ταξίδια κρεμασμένα στους τοίχους και στολισμένα στην βιβλιοθήκη. Είχε και κάποια βιβλία τοποθετημένα κατά είδος στο κάθε ράφι. Είχε ταινίες αγορασμένες μαζί με τα περιοδικά. Είχε και μια συλλογή από δαχτυλήθρες. Μα δεν ήξερε να ράβει! Η μεγάλη της τηλεόραση έπαιζε ασταμάτητα. Μ’ αυτήν κοιμόταν, μ’ αυτήν ξυπνούσε. Μ’ αυτήν έτρωγε, μ’ αυτήν συμμάζευε. Αυτή αποχαιρετούσε σαν πήγαινε στην δουλειά. Αυτή την υποδεχόταν κάθε απόγευμα. Το σαλόνι ήταν και το πιο μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού. Τα άλλα δωμάτια την χωρούσαν ίσα ίσα. Μπάνιο, ένα υπνοδωμάτιο και το κουζινάκι της με τα λουλουδάτα πλακάκια της γιαγιάς, το μάρμαρο στον νεροχύτη, τα τριζάτα ντουλάπια, το ψυγείο, που μαζί με την τηλεόραση έφτιαχναν ένα περίφημο ντουέτο αλαλούμ στο κατά τ’ άλλα σιωπηλό της σπίτι και το ναυτικό ρολόι στον τοίχο, μια κανελί άγκυρα, το μόνο ενθύμιο από τον παππού της.

   Η Μάγια κάθε πρωί έβγαινε στον πολυσύχναστο δρόμο και με μια τρεχάλα περνούσε απέναντι. Έπαιρνε έναν καφέ στο χέρι, σκέτο και κρύο, χειμώνα καλοκαίρι, έπαιζε λίγο με το καλαμάκι και μέχρι να μετρήσει μια δυο βιτρίνες είχε φτάσει στο Mini Market, που εργαζόταν. Κάθε Σάββατο βράδυ έβλεπε τους φίλους της και κάθε δεύτερη Κυριακή μεσημέρι έτρωγε μεσημεριανό με τους γονείς της. Όλες τις άλλες ώρες έκανε παρέα με την τηλεόρασή της και έτρωγε προμαγειρεμένα γεύματα από το ψυγείο της. Η Μάγια αν και δεν τα πολυκατάφερνε στην μαγειρική, παρόλα αυτά είχε επιδείξει εξαιρετικές επιδόσεις στην εκτέλεση των συνταγών και κατόπιν στην περίτεχνη τοποθέτηση γλυκών του κουταλιού, μαρμελάδων και κομποστών σε γυάλινα βαζάκια. Ίσως αυτή η εμμονή της με την ζάχαρη να προερχόταν από πιο παλιά, όταν το σπίτι ακόμα άνηκε στην γιαγιά της. Όποτε την επισκεπτόταν έβρισκε κρυμμένους ζαχαρένιους θησαυρούς παντού μέσα στο σπίτι και το πιο σπουδαίο ποτέ δεν άκουγε μη. Ήταν το μυστικό παιχνίδι γιαγιάς και εγγονής, με έπαθλο να γίνουν δικά της όσα γλυκά καταφέρει να βρει. Έτσι ψαχούλευε στις πιο απίθανες γωνιές του σπιτιού, πέρα από τα προφανή, φοντανιέρες, βαζάκια, ψυγείο και τα λοιπά. Πολλές φορές έβρισκε μέσα στις μαξιλαροθήκες τους ή κάτω από το μαξιλάρι της μεγάλης πολυθρόνας, καραμέλες ούζου, σοκολατάκια με ολόκληρο το φουντούκι μέσα και γλειφιτζούρια σφυρίχτρα. Μια φορά η γιαγιά είχε κρύψει ένα τέτοιο μέσα στο ναυτικό ρολόι του παππού, στο πίσω μέρος, που έμπαιναν οι μπαταρίες του.  Έτσι εκείνο το απόγευμα ο παππούς δεν πήγε ποτέ στο καφενείο και απόρησε για τις ειδήσεις, που είχαν ξεκινήσει νωρίτερο από το κανονικό.

   Ποιος όριζε το κανονικό; Ποτέ μέχρι ετούτη την ώρα δεν είχε αναρωτηθεί η Μάγια για το ποιος ήταν εκείνος, που είχε ορίσει τι είναι κανονικό και τι δεν είναι στις ζωές των ανθρώπων. Ίσως το βιβλίο, που κρατούσε στα χέρια της να τις έδινε την απάντηση αν ξεπερνούσε την έμφυτη αηδία της σε ότι είχε να κάνει με αίμα, πόσο μάλλον, που η αρχή του βιβλίου ήταν ποτισμένη μ’ αυτό. Η Μάγια κοίταξε γύρω της. Δεν είχε και πολλά αυτό το δωμάτιο για να επεξεργαστεί. Ένα σκοτεινό δωμάτιο ήταν με κύρια πηγή φωτός μια λάμπα πετρελαίου, ακουμπισμένη πάνω στο γραφείο, όπου είχε βρει το βιβλίο, το μοναδικό βιβλίο μιας άδειας βιβλιοθήκης. Δίπλα στο βιβλίο ένας κονδυλοφόρος, μελάνι και δυο τρία άγραφα χαρτιά σκορπισμένα εδώ και εκεί, ένας μετρονόμος και μια πυξίδα. Εκτός από το γραφείο και τα αντικείμενα πάνω σε αυτό το υπόλοιπο δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Μια καρέκλα μπροστά της, η άδεια βιβλιοθήκη και ένα παράθυρο στο βάθος. Μέχρι να ξημέρωνε δεν είχε όμως καμιά τύχη να δει τι έχει απ’ έξω.

   Προσπαθούσε να θυμηθεί μία προς μία τις τελευταίες τις κινήσεις για να καταλάβει πως είχε βρεθεί εκεί. Το πρωί είχε σηκωθεί, είχε αποχαιρετήσει την τηλεόρασή της, είχε περάσει με τρεχάλα τον δρόμο απέναντι, είχε παίξει με το καλαμάκι της, είχε πάει στη δουλειά της, είχε γυρίσει από την δουλειά της, την είχε υποδεχτεί η τηλεόρασή της, είχε βάλει φλούδες λεμονιού να βράσουν μαζί με ζάχαρη, να το, η ζάχαρη καραμέλωνε, είχε ξεθάψει ένα πουκάμισο του παππού της καρό και θα το έκανε κάλυμμα για τα μεταλλικά καπάκια από τα βαζάκια, που θα φύλαγε την μαρμελάδα, το αίμα στο βιβλίο μύριζε σαν τα μεταλλικά καπάκια, πήρε βελόνα και κλωστή για να φοδράρει τις άκρες, να το, είχε τρυπηθεί. Αυτό ήταν, λοιπόν; Αυτό ήταν! Είχε τρυπηθεί και είχε αποκοιμηθεί σαν την πριγκίπισσα στο παραμύθι. Να και κάτι μη κανονικό στην κανονική ζωή της. Άρα βρισκόταν μέσα σε ένα όνειρο και τίποτα παραπάνω. Έπρεπε να περιμένει να ξημερώσει και θα ξυπνούσε. Αυτό θα γινόταν. Θα ξυπνούσε από ύπνο βαθύ.

   Οι ώρες περνούσαν και δεν έλεγε το φως του ήλιου να σκάσει. Η Μάγια αφού είχε λύσει το μυστήριο και είχε πια πειστεί ότι βρισκόταν μέσα στο όνειρό της και μάλιστα τρυπημένη, είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά αγκαλιά με το βιβλίο και μετρούσε από μέσα της τα δευτερόλεπτα συγχρονισμένα με το ταυτόχρονο ανοιγόκλειμα των ματιών της. Μα ο χρόνος δεν περνούσε. Από την άλλη το πετρέλαιο στην λάμπα είχε αρχίσει να τελειώνει. « Ή τώρα ή ποτέ» σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πλησίασε το φως της λάμπας. Έλυσε το βιβλίο και το άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Μα δεν υπήρχε πρώτη σελίδα, ούτε δεύτερη, ούτε τρίτη. Μπροστά της απλώνονταν μια σειρά από μηδενικές σελίδες άγραφες, ακριβώς σαν τα κενά χαρτιά δίπλα της. Η Μάγια ξεφύλλιζε το άδειο βιβλίο και στο πρόσωπό της έσκαγαν όλες οι μυρωδιές του κόσμου. Ιδρώτας από ανθρώπους σε ζαχαροφυτείες, η μυρωδιά της γέννας, ζωολογικοί κήποι και αυλές με τζιράνια και γιασεμιά, κάρυ από την Ινδία, τα παγωμένα νερά του Καναδά, οι κοφτές ανάσες των Εβραίων στα υπόγεια, οι στολές των στρατιωτών εν ώρα μάχης, η μυρωδιά των χειρουργείων, η μυρωδιά της αγκαλιάς, η μυρωδιά της ευχής και της προσευχής, το ποτισμένο καλοκαίρι, που πρόλαβε ν’ απλωθεί μαζί με την κληματαριά πάνω από τα κεφάλια των ταξιδευτών, τα κρασιά και τα γέλια σε ένα μεσαιωνικό καπηλειό, η πρώτη και η τελευταία ανάσα ενός ανθρώπου, οι καραμέλες ούζου, ω, ναι, οι καραμέλες ούζου.

      Ζαλισμένη από τις μυρωδιές του κόσμου, μετά από κάποια ώρα, η Μάγια αποκοιμήθηκε με το μάγουλό της να τσαλακώνει μια από τις κενές σελίδες του βιβλίου. Ποτέ κανείς δεν έμαθε τι ονειρεύτηκε σ’ αυτό το δεύτερο όνειρό της. Όμως σίγουρα έκανε ύπνο ευτυχισμένο, γιατί χαμογελούσε και ανάσαινε ελαφριά. Σίγουρα το βιβλίο θα έκλεψε αυτή την ανάσα της και θα την κατέγραψε στις σελίδες του. Όταν πια ξύπνησε, είχε κιόλας ξημερώσει. Η Μάγια σκούπισε με τον καρπό της το σαλιωμένο στόμα της. Έφερε μια βόλτα τα μαλλιά της και έτριψε τις τσίμπλες από τα μάτια της. Τεντώθηκε με τους αντίστοιχους ήχους του τεντώματος και σηκώθηκε ράθυμα από την καρέκλα της, δίνοντας μια στο διαφορετικό αυτό βιβλίο και κλείνοντάς το. Κατόπιν πλησίασε το παράθυρο για να δει επιτέλους τι είχε απ’ έξω. Έγειρε στο πρεβάζι και άνοιξε τα παντζούρια. Αχτίδες φωτεινές του ήλιου και άλλα μικρά σωματίδια σκόνης καρφώθηκαν στα μισόκλειστα μάτια της. Η Μάγια τα ανοιγόκλεισε τυφλωμένη. Σ’ αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, που τα κράτησε κλειστά διαπίστωσε ότι δεν πείραζε, που δεν ανακάλυψε ποιος όριζε τι είναι κανονικό και τι όχι και αυτό γιατί εκείνη είχε καταφέρει να τρυπηθεί και να δει ένα μη κανονικό όνειρο και μετά άλλο ένα μέσα σε αυτό. Η Μάγια άνοιξε τα μάτια της. Στο πρεβάζι, μέσα στο βάζο, η μαρμελάδα λεμόνι μέλωνε. Ο δρόμος από κάτω βούιζε κορναρίσματα. Στην ράχη του τοίχου η βουκαμβίλια έσκαγε τον πρώτο της ανθό.

 

Οι μυρωδιές θα έρθουν πάλι,

Σοφία Κουκουλά

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES