Fairy Plays #11: Ο δράκος, που ήθελε…

Guest Editors

Της Σοφίας Κουκουλά

 

Πολλές ιστορίες έχουν γραφτεί για παραμυθένια μέρη, αλλά κανένα μέρος δεν ήταν σαν τα Νεραϊδοβουνά του Μύλου . Που βρίσκονταν αυτά το βουνά; Εκεί, που ποτέ κανείς άλλος δεν είχε φτάσει παρά μόνο οι νεράιδες, οι λίγοι τρελοί κάτοικοί τους και κάποιοι ταξιδευτές. Κρυμμένη πίσω από το τελευταίο δάσος του κόσμου απλωνόταν η κοιλάδα με τις χίλιες μαργαρίτες. Πράσινη και λευκή και λαχανιασμένη, πάντα ανοιξιάτικη και ανθοστολισμένη, έτρεχε συνεχώς ξοπίσω από τις μέλισσες και τις παρδαλές της πεταλούδες. Στο τέλος της κοιλάδας, πίσω από τα ψηλά εξωτικά λουλούδια με τις λεμονάτες ή πιπεράτες μυρωδιές, βρισκόταν η Γαλάζια Λίμνη.Πορτοκαλιά, χρυσά και μελαμψά ψάρια του γλυκού νερού κολυμπούσαν στα νερά της ενώ κάθε πρωί οι νεράιδες έλουζαν στις όχθες της τα μακριά μαλλιά τους. Στο κέντρο της λίμνης είχε στηθεί ο επιβλητικός μύλος της χώρας, που βρισκόταν κρυμμένη πίσω από τα απόκοσμα δάση και δούλευε νυχθημερόν, ανακατεύοντας τα νερά της λίμνης με τις ευχές των περαστικών, με τα θρύμματα από τις άκρες των σκουριασμένων αστεριών και με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Γύρω από την Γαλάζια Λίμνη έστεκαν τα πέντε Νεραϊδοβουνά του Μύλου, ένα για κάθε νεράιδα. Ήταν το Μπλε Βουνό για τη νεράιδα του νερού. Ήταν το Ηφαίστειο του Μύλου για τη νεράιδα της φωτιάς. Ήταν το Πέτρινο Βουνό για τη νεράιδα της γης. Ήταν το Αόρατο Βουνό για τη νεράιδα του αέρα. Ήταν το Βουνό των Δακρύων για τη νεράιδα της καρδιάς.

Στους πρόποδες των πέντε βουνών είχαν χτίσει τα σπίτια τους οι κάτοικοι των Νεραϊδοβουνών του Μύλου. Μα δεν ήταν άνθρωποι σαν εσάς ή σαν εμένα. Ήταν ήρωες παραμυθιών ξεχασμένοι, ήταν αποστάτες μισοτελειωμένων παραμυθιών, τροβαδούροι και απόκληροι του κόσμου, που βρήκαν καταφύγιο στο πιο μαγικό μέρος της γης. Πολλοί από αυτούς είχαν γεννηθεί εκεί και οι περισσότεροι δεν είχαν φύγει ποτέ από τον Μύλο. Οι περισσότεροι δεν είχαν πάει σε κανονικό σχολείο. Δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ με τρένο, αεροπλάνο ή πλοίο. Δεν είχαν δει τηλεόραση. Δεν είχαν ξύσει το δεξί τους αυτί ξαπλωμένοι στην πολυθρόνα. Ανάμεσα σ’ αυτούς έβρισκε κανείς μια παχουλή μαγείρισσα με κόκκινα μάγουλα, μια πριγκίπισσα με ξανθά μαλλιά και διάφανα γοβάκια, μια κακιά μητριά, ένα νάνο και άλλον έναν, έναν σιδερά με δυνατά χέρια και έναν μουσικό με μαγεμένη άρπα, έναν ιππότη, τον πρόεδρο του χωριού και την κοντή γυναίκα του, έναν ξυλοπόδαρο, μια ράφτρα με χοντρές καρφίτσες σαν αγκάθια, τον δάσκαλο και τους εφτά μαθητές του, μια ηθοποιό χωρίς λεφτά αλλά με πολύ ταλέντο και έναν γιατρό, που η φωνή του έμοιαζε με το πιο μπάσο πλήκτρο του πιάνου και έτρωγε συνέχεια λιχουδιές, κρυμμένες στην τσέπη του. Όλοι αυτοί ζούσαν αρμονικά μαζί με τις νεράιδες για χρόνια.

Όπως καταλαβαίνετε καθένας είχε τα πόστα του σ’ αυτό το χωριό. Ο δάσκαλος δίδασκε τα παιδιά. Ο πρόεδρος επέβαλλε την τάξη κι έβαζε τους κανόνες. Η γυναίκα του τον φρόντιζε, όπως και όλους όσους είχαν ανάγκη. Αν είχαν πάρα πολύ ανάγκη, πήγαιναν στον γιατρό και αυτός τους έκανε καλά. Η ράφτρα έραβε τα ρούχα όλων. Η πριγκίπισσα χτένιζε κάθε πρωί τα μαλλιά της χίλιες και μία φορές. Οι νάνοι έκοβαν ξύλα. Η κακιά μητριά έφτιαχνε μηλόπιτες και γενικά είχε το ζαχαροπλαστείο του χωριού. Ο μουσικός, ο ξυλοπόδαρος και η ηθοποιός διασκέδαζαν με μικρές αυτοσχέδιες παραστασούλες τις νύχτες τους υπόλοιπους. Ο σιδεράς έφτιαχνε τα σκεύη κι η μαγείρισσα τα έπαιρνε και μαγείρευε. Εκτός όμως από τα σκεύη, ο σιδεράς έφτιαχνε και τα σπαθιά του ιππότη, για τις ετήσιες, ιδιαιτέρως επικίνδυνες, μάχες του.

Κάθε χρόνο, την πιο μεγάλη ημέρα του θέρους, ερχόταν ένας τρομερός δράκος και με τις φωτιές του ρήμαζε όλο το χωριό και τα κάστρα των νεράιδων. Αυτός ήταν και ο λόγος, που το Βουνό της νεράιδας της καρδιάς λεγόταν το Βουνό των Δακρύων. Ευτυχώς πάντα, με την έγκυρη επέμβαση του ιππότη, ο δράκος αποκρουόταν και έφευγε μακριά από τα Νεραϊδοβουνά του Μύλου. Τότε ο ιππότης εξαντλημένος από την μάχη, ξάπλωνε στους πρόποδες των βουνών και κοιμόταν για ημέρες, όσο οι υπόλοιποι έχτιζαν ξανά τα καταστρεμμένα τους υπάρχοντα. Κάθε χρόνο ερχόταν κι άλλος δράκος, ακόμα πιο τρομερός, ακόμα πιο πανίσχυρος, ακόμα πιο φλογερός αλλά πάντα ο ιππότης νικούσε. Οι μάχες δίνονταν στις κορυφές των Βουνών. Εκεί πάνω από τα σύννεφα, ο ιππότης ριχνόταν στην μάχη και με σύμμαχο το καινούργιο του ακονισμένο σπαθί, εξουδετέρωνε τον εχθρό. Είχε όμως πάντα και την βοήθεια των νεράιδων. Πότε η νεράιδα του Μπλε Βουνού του έστελνε χρυσή βροχή και έσβηνε τις φωτιές, που άναβαν οι δράκοι, πότε η νεράιδα της καρδιάς τον έκανε αόρατο και οι δράκοι τον έχαναν από το πεδίο καυστικής βολής και πότε η νεράιδα της φωτιάς, έκαιγε τα φτερά των δράκων με θριαμβευτικά επινίκια πυροτεχνήματα.

Εκείνη την χρονιά ο ιππότης ήταν προετοιμασμένος από πολύ νωρίς για την μάχη. Από την αρχή του χρόνου είχε ζητήσει από τον σιδερά να του φτιάξει το πιο κοφτερό σπαθί από όλα. Είχε μάλιστα σκεφτεί και μια πολύ πρωτότυπη ιδέα. Στην μύτη του σπαθιού είχε ζητήσει από την νεράιδα της φωτιάς να του κάνει ένα μαγικό ξόρκι. Κάθε φορά που η κοφτερή μύτη θα άγγιζε δέρμα δράκου εκείνος θα καιγόταν σαν τον τρυπάγανε εκατό πυρωμένα σίδερα. Με αυτό τον τρόπο το χωριό θα γλύτωνε σίγουρα την αναστήλωση αφού ο δράκος θα εξουδετερωνόταν στο πι και φι. Οι κάτοικοι του χωριού από την άλλη έπαιρναν τα λάστιχα και κάθε τρεις και λίγο έριχναν νερό στους τοίχους των σπιτιών τους και στα δέντρα. Η ράφτρα, έξυπνη και καπάτσα, είχε σκεφτεί και μια πατέντα. Είχε φτιάξει στολές για όλους, ακόμα και για τις νεράιδες, από πυρίμαχα υφάσματα ούτως ώστε να μην ήταν εύκολο να τους κάψει ο δράκος. Όλα ήταν έτοιμα.

Την παραμονή της πολυαναμενόμενης επίθεσης ένα γεράκι ήρθε από τον Κόσμο των Τρομερών Δράκων για να πει στον ιππότη πως ο δράκος αυτή την χρονιά θα ξεκινούσε το κάψιμο από το βουνό της καρδιάς. Όπως τον ενημέρωνε, οι δράκοι πίστευαν πως αν καιγόταν η νεράιδα της καρδιάς, θα αποδυνάμωναν πιο γρήγορα τους αντιπάλους τους. Το γεράκι, που άκουσε την απόφασή του συμβουλίου των δράκων, πέταξε μέχρι την χώρα των Νεραϊδοβουνών του Μύλου, για να προφτάσει τα νέα στον ηρωικό ιππότη. Αυτή τη χρονιά δε, θα έστελναν ένα νέο δράκο, για να τους πολεμήσει. Επρόκειτο για τον γιο του άρχοντα των δράκων, τον πρίγκιπα Μόσυχλον, ο οποίος έπρεπε να αποδείξει με αυτή την μάχη ότι θα ήταν ικανός να αντικαταστήσει τον πατέρα του στον θρόνο και στις καρδιές των δράκων. Δεν θα ήταν επομένως μια εύκολη μάχη.

Ο ιππότης όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε και όταν ήρθε η γλυκιά αυγή τον βρήκε στην κορυφή του Βουνού των Δακρύων έτοιμο σε θέση μάχης. Όλοι κοιτούσαν από χαμηλά με κομμένη την ανάσα. Περίμεναν. Ώσπου λίγο πριν ο ήλιος φτάσει στο κέντρο του ουρανού, ακριβώς πάνω από τον Μύλο του ονείρου, άκουσαν τα φτερά του δράκου Μόσυχλον να σκίζουν τον αέρα. Νεράιδες και κάτοικοι πιάστηκαν από τα χέρια με το βλέμμα στην κορυφή του Βουνού. Ένα δύο τρία πετάγματα και ο δράκος είχε φτάσει στον ιππότη τους. «Μην πλησιάζεις άλλο πρίγκιπα Μόσυχλον, ναι ξέρω ποιος είσαι…» είπε στον δράκο ο ιππότης, με περίσσιο θάρρος, ίσως και με μια δόση αλλαζονίας και του προέβαλλε το κοφτερό σπαθί του. «Στάσου…» του απάντησε ο πρίγκιπας Μόσυχλον. Ο ιππότης έκανε να πλησιάσει πιο πολύ τον δράκο με σκοπό να τον ακουμπήσει με την μαγική μύτη του σπαθιού του. «Μη, σου λέω, δεν μ’ ακούς; Κανείς δεν μ’ ακούει ποτέ! Δεν θέλω να σου κάνω κακό! Δεν μπορώ να σου κάνω κακό! Δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν! Είμαι…» ο πρίγκιπας Μόσυχλον έκανε να πλησιάσει τον ιππότη. Ο ιππότης τότε με μια μαεστρική κίνηση επιτέθηκε στον δράκο και του έκαψε την αριστερή φτερούγα. Τότε ακούστηκε η πιο λυπητερή κραυγή, που έχει ακουστεί ποτέ στον κόσμο. Ο πρίγκιπας Μόσυχλον σωριάστηκε κάτω και άρχισε να ουρλιάζει από τους πόνους. Όλοι οι υπόλοιποι ζητοκραύγαζαν στους πρόποδες του Βουνού. Φιλιόντουσαν και αγκαλιαζόντουσαν, που αυτή την φορά ο δράκος δεν τους είχε κάνει καμία ζημιά. Ο ιππότης μουδιασμένος στην εικόνα του δράκου, που σφάδαζε άφησε το σπαθί να του πέσει από τα χέρια. Ο μικρός πρίγκιπας Μόσυχλον έκλαιγε σαν μωρό. Τότε ο ιππότης τον πλησίασε διστακτικά και άρχισε να τον περιεργάζεται. «Δεν είχα σκοπό να σας κάνω κακό…» άρχισε να του λέει ο δράκος μέσα σε λυγμούς. Ο ιππότης έμενε εκεί απορημένος και τον άκουγε. «Το μόνο, που ήθελα πάντοτε ήταν να ζήσω μακριά από τον κόσμο των Τρομερών Δράκων. Δεν ανήκω εκεί. Πιστεύω βαθιά μέσα μου ότι μπορούμε να είμαστε ότι μας ζητάει η καρδιά μας να είμαστε και εγώ δεν είμαι άλλος ένας τρομερός δράκος. Είχα ακούσει από ένα γεράκι ότι στην Κίνα οι δράκοι είναι καλοί. Μπορεί να έπρεπε να έχω γεννηθεί στην Κίνα. Μπορεί να έπρεπε να έχω γεννηθεί βουνό. Πάντα ήθελα να είμαι βουνό και όχι δράκος. Να φτάνω μέχρι τον ουρανό. Να έχω δέντρα. Να έχω πλαγιές. Να μιλάω με τον Θεό πότε πότε. Είχα σκοπό να σας ζητήσω συμφιλίωση. Είχα ακούσει τόσο ωραία λόγια για αυτό τον τόπο, τον τόπο σας. Δεν ήθελα να πολεμήσουμε. Δεν έχω βγάλει ποτέ φλόγες από τα σωθικά μου. Ο πατέρας μου το ήξερε αυτό και πίστευε ότι με την υπόσχεση ενός θρόνου εγώ θα άλλαζα μυαλά και θα ερχόμουν εδώ να σας εξαφανίσω. Εγώ δεν θέλω κανένα θρόνο. Θέλω μόνο να είμαι χαρούμενος…» είπε ο πρίγκιπας Μόσυχλον και με την δεξιά φτερούγα του, αυτή που δεν ήταν χτυπημένη έκανε ν’ αγγίξει τον ιππότη.

Ο ιππότης σαστισμένος από τον εξουδετερωμένο δράκο δεν κατάλαβε πότε η φτερούγα του τον αγκάλιασε, απλώς ξαφνικά ένιωσε μια πρωτόγνωρη ζεστασιά να τον τυλίγει. Εξουθενωμένος από την υπερένταση της αγωνίας της μάχης και την αϋπνία της προηγούμενης νύχτας σωριάστηκε δίπλα στον δράκο και αποκοιμήθηκε. Τότε οι πέντε νεράιδες τύλιξαν σε ένα σύννεφο συναισθημάτων τον δράκο και τον ιππότη και τους μετέφεραν στην κορυφή ενός καινούργιου, έκτου, βουνού, που άρχισαν να φτιάχνουν από τα λόγια και τα δάκρυα του δράκου. Αυτό το βουνό πήρε το όνομα του πρίγκιπα Μόσυχλον και αργότερα, στα αρχαία χρόνια, εικάζεται ότι εκεί έφτιαξε ο Ήφαιστος το εργαστήρι του, στο οποίο κατασκεύασε τα πιο διάσημα έργα του, για θεούς και ανθρώπους. Δικά του έργα ήταν η αιγίδα του Δία και η Αθηνάς, το φτερωτό κράνος και τα σανδάλια του Ερμή, η ζώνη της Αφροδίτης, το άρμα του Ήλιου, η πανοπλία του Αχιλλέα και το σκήπτρο του Αγαμέμνονα, το τόξο και τα βέλη του Έρωτα και πολλά άλλα.

Ιππότης και δράκος έζησαν μονιασμένοι για πολλά χρόνια. Δεν έδωσαν ποτέ άλλη μάχη. Οι δράκοι ντροπιασμένοι από την συμφιλίωση, που τους είχε εξασφαλίσει άθελα τους ο πρίγκιπας Μόσυχλον δεν επεδίωξαν καμία άλλη επίθεση. Άλλωστε είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται ο χάρτης της Μέσης Γης και έβρισκαν πολύ πιο ενδιαφέρον να εξασφαλίσουν μερικά νομίσματα παραπάνω στην συλλογή τους από το να ασχολούνται με την φτωχή χώρα των Νεραϊδοβουνών του Μύλου. Οι δύο φίλοι έζησαν μαζί μέχρι τα βαθιά γεράματα στο βουνό τους. Το βουνό της συνείδησης του εαυτού, όπως χαρακτήρισαν αργότερα το Βουνό Μόσυχλον, αυτοί που εγκαταστάθηκαν στους πρόποδές του, ήταν χτισμένο ακριβώς δίπλα στο Βουνό των Δακρύων, που μετά την άδοξη μάχη των δύο φίλων, είχε ονομαστεί Βουνό της Καρδιάς. Κάποιοι πιστεύουν πως ακόμα και τώρα αν κάποιος, που αναρωτιέται για διάφορα, κάνει πολύ ησυχία, θα ακούσει μέσα στη νύχτα τα γέλια του δράκου και του ιππότη, το τραγούδι του τροβαδούρου και τις γυμνές πατούσες των νεράιδων να χορεύουν ξέφρενα.

Τέλος

 

INFO TIPS για τους γονείς:
Κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι η επαγρύπνυση της εσωτερικής μας φωνής, η γνώση ύπαρξης αυτής της φωνής και η τόλμη να την ακολουθήσουμε ώστε να μπορέσουμε να την αφουγκραζόμαστε καθ’ όλη την διάρκεια της ζωή μας, για να κάνουμε αυτό, που αγαπάμε και για να γίνουμε αυτό, που είμαστε έτσι ώστε πολύ αργότερα να φτάσουμε στην ειρήνη και την αυτογνωσία.    

Εκπαιδευτική ηλικία:
Παιδική, προεφηβική και εφηβική ηλικία 6-15 χρονών.

Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:

  • Υπάρχει καλό και κακό;
  • Πως το ξεχωρίζουμε;
  • Μήπως δεν πρέπει να βγάζουμε αυθαίρετα συμπεράσματα για τον άλλο αλλά να περιμένουμε να ακούσουμε πρώτα τι έχει να μα πει;
  • Πόσο δύναμη έχει εν τέλει η φωνή της καρδιάς μας αν κάνουμε ησυχία και την ακούσουμε;
  • Ποιος είναι ο συμβολισμός των πέντε στοιχείων του παραμυθιού (νερό, αέρας, φωτιά, γη και καρδιά) και πως τα χρησιμοποιούμε ανά τους αιώνες;
  • Ποιος ήταν ο Ήφαιστος στην μυθολογία και ποιοι ήταν οι άλλοι έντεκα θεοί του Ολύμπου;
  • Ποια είναι η Μέση Γη, που αναφέρεται στο παραμύθι; Ευκαιρία ν’ ανακαλύψουμε μαζί με το παιδί μας τον Tolkien.
  • Εν κατακλείδι είμαστε ότι μας επιβάλλουν τα στερεότυπα ή η εσωτερική μας φωνή;

Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:

  • Φτιάχνουμε μαζί με το παιδί μας την χώρα των Νεραϊδοβουνών του Μύλου είτε με χαρτόνι σε τρισδιάστατη μορφή είτε σε ζωγραφιά είτε με ένα παραμυθένιο σκηνικό στο δωμάτιό του με σεντόνια, μαξιλάρες ή ότι άλλο σκεφτούμε. Εξιστορούμε το παραμύθι.
  • Πριν φτάσουμε στην αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του δράκου ζητάμε από το παιδί να φτιάξει σε χαρτόνι την μορφή του δράκου και να τον ζωγραφίσει αφήνοντας αχρωμάτιστο το σημείο της καρδιάς και του μυαλού του.
  • Έρχεται η ώρα της μάχης. Κάποια στιγμή ο δράκος λέει στον ιππότη «Είμαι…» χωρίς να τελειώσει την φράση του. Ζητάμε από το παιδί να συμπληρώσει την φράση του δράκου.
  • Κάνουμε ανίχνευση σκέψης στον ιππότη.
  • Γίνεται η μάχη και δράκος πέφτει κάτω και κλαίει. Τώρα τι μπορεί να σκέφτεται ο ιππότης, που στέκει μουδιασμένος απέναντί του;
  • Κάνουμε ανίχνευση σκέψης και σε όσους παρακολουθούν την σκηνής της μάχης από κάτω.
  • Αφού τελειώσει το παραμύθι ζητάμε από το παιδί να χρωματίσει ή να γράψει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του δράκου. Είναι ίδια τα χρώματα με αυτά, που είχε διαλέξει από την αρχή για τον δράκο;
  • Τώρα που το παιδί γνωρίζει πως τελειώνει το παραμύθι του ζητάμε να συμπληρώσει ξανά την φράση του δράκου. Ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο δράκος Μόσυχλον και τι ήθελε;
  • Διαβάζουμε το ακόλουθο απόσπασμα από το ποίημα «Φυγή» του Καρυωτάκη:

Στο χυδαίο αυτό καρναβάλι, εφόρεσα αληθινή πορφύρα, στέμμα από καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, ύψωσα ένα σκήπτρο πάνω από τα πλήθη, κ’ επήγαινα ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Έχανα τη συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά επήγαινα σαν υπνοβάτης, ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Οι παλιάτσοι έτρεχαν μπροστά μου ή εχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Εφώναζαν, εχτυπούσαν. Αλλά εγώ επήγαινα βλέποντας τα σύννεφα και ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα επροχωρούσα. Με τους αγκώνες άνοιγα τόπο, αφήνοντας πίσω μου ράκη. Αποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στον ήλιο έσπαζαν οι καγχασμοί των άλλων. Κ’ ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σαν τσακισμένο δέντρο, άκουσα για τελευταία φορά την εσωτερική μου φωνή.

  • Προσπαθούμε με τα μεγαλύτερα παιδιά μας να βρούμε συσχετισμούς του παραμυθιού με το απόσπασμα.
  • Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά στην κατάληξη του ήρωα του ποιήματος και στην κατάληξη του δράκου;
  • Παίζουμε με τα παιδιά μας κινέζικο πορτρέτο με εν δυνάμει μοντέλα άτομα, που γνωρίζουμε ή θέλουμε ν’ ανακαλύψουμε. Υπενθυμίζω τους κανόνες του παιχνιδιού. Βάζουμε κάποιον στο μυαλό μας. Ο συνομιλητής κάνει δέκα ερωτήσεις προσπαθώντας να φτιάξει τον καμβά και ν΄ ανακαλύψει ποιος βρίσκεται πίσω από τον μεταφορικό πίνακα. Οι ερωτήσεις είναι παραλληλισμού του μοντέλου με άλλα αντικείμενα, μυρωδιές, χρώματα ή ότι άλλο έχει αντίστοιχο αποτέλεσμα.

 

Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,

Σοφία Κουκουλά

 

 

 

 

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES