Μικρές Ιστορίες για μεγάλα παιδιά

Guest Editors

«Δεν ξέρω πότε έγινα μεγάλη. Δεν το ένιωσα ακόμα για τα καλά. Ξαφνιάζομαι συνέχεια και αυτό το βρίσκω αναζωογονητικό. Όσες ιστορίες γραφτούν είναι αφιερωμένες σε όλα τα μικρά παιδιά, που έχουμε αφήσει να μας περιμένουν κάτω από το δέντρο για να παίξουμε, όσο εμείς παλεύαμε να γίνουμε μεγάλοι.»

Σοφία Κουκουλά

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΜΕ

   Η γιαγιά ζούσε στο τελευταίο σπίτι της μικρής μας πόλης. Μια πόλη ζωγραφισμένη με τα γκρι χρώματα της πέτρας στα εξωτερικά των σπιτιών και με το χρώμα του πράσινου χόρτου στις αυλές, στις πεδιάδες, κυρίως όμως στις αναμνήσεις μας. Σκαρφάλωναν τα σπίτια το ύψωμα, θαρρείς πως ήθελαν να κουτσομπολέψουν το ένα με το άλλο τους περαστικούς. Πάντα αγέρωχα στους κρύους χειμώνες, στον αλατισμένο αέρα, που ερχόταν από το λιμάνι κι έγδερνε την πέτρινη σάρκα τους και στους δύσκολους καιρούς, που γονάτιζαν τους ανθρώπους τους. Μια στροφή ήταν όλη κι όλη η πόλη μας και λίγο πιο πέρα η βαθιά άγρια θάλασσα, μα την αγαπούσαμε πολύ. Περισσότερο από όλα όμως αγαπούσαμε το σπίτι της γιαγιάς με την εσωτερική σκάλα βελανιδιάς, που κυλούσαμε πάνω της και κάναμε τσουλήθρα, με το ωραιότερο χάγκις, που είχαμε φάει ή θα φάμε ποτέ στην ζωή μας και με την μυστηριώδη σοφίτα της, που μάταια προσπαθούσαμε να εξερευνήσουμε για χρόνια.

   Κάποτε ήρθε ο καιρός να φύγουμε από την πόλη μας για να πάμε να μείνουμε στην Γλασκώβη όπου ο μπαμπάς θα είχε περισσότερες πιθανότητες να βρει δουλειά. Η πόλη μας είχε από καιρό ερημώσει αλλά δεν το παίρναμε απόφαση μέχρι που τα μούσια του μπαμπά έφτασαν στο τρίτο κουμπί από το πουκάμισό του. Ήταν βράδυ και καθόταν στην πολυθρόνα του. Χτυπούσε με δύναμη το παπούτσι του στο πάτωμα καθώς το ραδιόφωνο έπαιζε ρυθμικά rock and roll κι έπινε μπύρα από το τελευταίο βαρέλι, που μας είχε απομείνει. Τότε ξαφνικά στην εικόνα του μουσκεμένου, από τον ρυθμό και την μπύρα, μουσιού του, σταμάτησε να χτυπά το παπούτσι και μας είπε «Τα μούσια μου έχουν φτάσει μέχρι το τρίτο κουμπί του πουκαμίσου μου. Πρέπει να φύγουμε.» κι είμαι σίγουρη ότι μας το είπε έτσι γιατί θυμάμαι να το λέει και να μου θυμίζει τον Άγιο Βασίλη αφού τα μούσια του από κόκκινα είχαν γίνει άσπρα από τον αφρό της μπύρας. Φύγαμε. 

   Δεν μας πείραζε τόσο, που αποχαιρετούσαμε το υπερβολικά μικρό σπίτι μας, με την αυτοσχέδια κούνια δεμένη στον χοντρό κορμό της σημύδας και την ασπρόμαυρη γάτα με εμφανή σημάδια τριχόπτωσης, που ζητιάνευε από το πρεβάζι της κουζίνας κάθε πρωί γάλα, ψωμί ή απλά χάδια. Μόνο μας πείραζε, που αφήναμε πίσω την γιαγιά και που ποτέ δεν ανακαλύψαμε τι έκρυβε στην θαυμαστή της σοφίτα. Με τον τελευταίο ήχο της ένωσης του κλειδιού με την πόρτα μας, ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια μου και στα μάτια της μικρής μου αδερφής σχεδόν ταυτόχρονα. Τρέξαμε κάτω από την σημύδα κι αρχίσαμε να κλαίμε και να σκάβουμε, να σκάβουμε και να κλαίμε. Αφού φτιάξαμε δυο ικανοποιητικά μεγάλες τρύπες, βγάλαμε από την τσέπη μας εκείνη ένα πλαστικό δαχτυλίδι, που της είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς κι εγώ τις αγαπημένες μου τσίχλες με γεύση φράουλα, κόψαμε η καθεμία από μια τούφα μαλλιά, τα ρίξαμε κι αυτά στις τρύπες και τα κέρματα, που μας είχε δώσει νωρίτερα η γιαγιά για καλοτυχία κι ευημερία στη νέα μας πατρίδα, φτύσαμε κι από τρεις φορές και τα θάψαμε όλα μαζί. Θεωρήσαμε ότι τα κέρματα δεν θα μας χρειαζόταν εκεί, που πάμε, γιατί ούτως ή άλλως θα γινόμασταν πλούσιοι. Μα κι αν μια στις χίλιες δεν γινόμασταν, θα υπήρχαν πάντα αυτά τα κέρματα για εμάς, όποτε αποφασίζαμε να γυρίσουμε, για να μας ξελασπώσουν. Κοιτώντας από το παράθυρο του αυτοκινήτου την γιαγιά να μας χαιρετάει, με το σφιγμένο χαμόγελό της να προσπαθεί να μην προδώσει τα πόδια της, που έτρεμαν και να γίνεται όλο και πιο μικρή καθώς εμείς φεύγαμε όλο και πιο μακριά, ένα σφίξιμο μ’ έπιασε στο στήθος, σα να την αποχαιρετούσα για πάντα.

   Τα χρόνια πέρασαν κι εμείς δεν γυρίσαμε ποτέ ξανά στην μικρή μας πόλη. Η γιαγιά ζούσε παρέα με τις φωτογραφίες μας και την γάτα με την εμφανή τριχόπτωση. Δυο τρεις φορές την είχε επισκεφτεί ο μπαμπάς μόνος του ή μαζί με την μαμά αλλά εμείς ποτέ. Πάντα την περιμέναμε να έρθει κι εκείνη όλο μας το έσκαγε. Από τότε που γεννήθηκε δεν είχε φύγει από αυτό το σπίτι, γιατί να το έκανε τώρα; Ανέβαινε στην σοφίτα της, άνοιγε τις κούτες της, έβρισκε φωτογραφίες, υφάσματα με μυρωδιές αγαπημένων, τα δικά της παλιομοδίτικα παιχνίδια, το νυφικό της φόρεμα τυλιγμένο με χαρτί κι από πάνω με νάιλον, τα σπαθιά και το ποδήλατο του μπαμπά, βιβλία, λέξεις και συναισθήματα, ημερολόγια, τα παράσημα του παππού και την σκοροφαγωμένη του μπεζ καμπαρντίνα με την μπαλωμένη κόκκινη τσέπη, που σε έναν καυγά τους προσπάθησε να ράψει μόνος του, γι’ αυτό και θύμιζε πιο πολύ πόντσο αυτό που είχε ράψει παρά καμπαρντίνα. Ήταν λες κι όλη της η ψυχή να ΄χε απλωθεί στις τέσσερις γωνιές αυτού του δωματίου. Ήταν η δικιά της, η θαυμαστή της σοφίτα κι όσο ζούσε δεν θα την πλησίαζε κανείς.

   Η εικόνα της γιαγιάς καθισμένης στην άκρη του παραθύρου, πότε να κοιτάει απ’ έξω και πότε να χαϊδεύει με τα πουά χέρια της, από τα χρόνια που έσφιξε μέσα τους, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, άρχισε να θολώνει ώσπου σβήστηκε. Έτσι απλά όλα σκεπάστηκαν με λινά σεντόνια. Τα έπιπλα του σπιτιού κοιμήθηκαν μαζί της και την τηλεόραση δεν την ενδιέφερε πια να λέει ειδήσεις. Όμως στα αλήθεια, όταν όλα σώπασαν και μόνο κάποια φύλλα των δέντρων φαίνονταν να κουρνιάζουν στα λούκια της εισόδου, κάτι μαγικό συνέβη. Το βράδυ, που έφυγαν η μαμά κι ο μπαμπάς από το σπίτι της γιαγιάς, αφού τακτοποίησαν και τις τελευταίες εκκρεμότητες, φως φάνηκε από το παράθυρο της σοφίτας. Τα πράγματα όλα, αποθηκευμένα στις κούτες, με όλα τα ενθύμια και τα παράσημα και τα παιχνίδια, ξύπνησαν, τεντώθηκαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια κι αφού στην αρχή ξεκαρδίστηκαν με το βρωμερό χάλι τους, έπειτα υποκλίθηκαν το ένα στο άλλο κι άρχισαν να χορεύουν ρυθμικά το τραγούδι του Elvis, που άκουγε ο μπαμπάς εκείνο το βράδυ, όταν αποφάσισε να φύγουμε για πάντα από την μικρή μας πόλη. Τότε μια φιγούρα φάνηκε από το παράθυρο. Όχι δεν ήμουν εγώ ούτε η μικρή μου αδερφή. Εμείς από χρόνια μεγαλωμένες, ήμασταν μακριά, η μία στην Βοστώνη κι η άλλη στην Σικελία. Πολύ απασχολημένες όπως πάντα δεν προλάβαμε ν’ αποχαιρετήσουμε την γιαγιά. Όμως εκείνη την μαγική ώρα, που η μαγική σοφίτα έδινε την τελευταία της παράσταση εμείς νιώσαμε μια γλυκιά ψύχρα, σαν καλοκαιρινή βόλτα ή σαν την σπιτική λεμονάδα με τον έξτρα δυόσμο, που πίναμε μικρές. Στο παράθυρο καθόταν η γιαγιά μας. Έτριψε τα χέρια της τρεις φορές και γέλασε. Σαν ήρθε η ψύχρα και στην σοφίτα τράβηξε την φούστα της ν΄ ακουμπήσει τις μάλλινες κάλτσες της. Με την αδερφή μου βάλαμε ταυτόχρονα τα χέρια μας κι εμείς στις τσέπες μας να ζεσταθούν. Αυτό που ανακαλύψαμε ήταν πράγματι μεγαλειώδες! Τα κέρματα, που είχαμε κάποτε θάψει στην αυλή μας, τώρα προς έκπληξή μας βρίσκονταν στην χούφτα μας. Η γιαγιά χαμογέλασε ξανά. Έπιασε απαλά τον σβέρκο της κι έκλεισε τα μάτια της, Δεν είχε ψύχρα πια. Στους ώμους της είχε ριγμένη την σκοροφαγωμένη μπεζ καπαρντίνα του παππού με την μπαλωμένη κόκκινη τσέπη.

 

ΤΕΛΟΣ

#menoumespiti #weareallone #strongwomen #strongmom #4MOMS

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES