Συνέβη τα Χριστούγεννα: Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα για μικρά και μεγάλα παιδιά

Guest Editors

Της Σοφίας Κουκουλά

 Υπάρχει μια ιστορία, που είναι η πιο λυπητερή και η πιο χαρούμενη ιστορία του κόσμου. Συνέβη πριν πολλά χρόνια, σ’ ένα νησί απόκρημνο και μακρινό, μικρό όσο να κάνεις τον γύρο του με τα πόδια μέσα σε μια ολόκληρη ημέρα και μια νύχτα, περπατώντας χαλαρός και σφυρίζοντας εύθυμους σκοπούς. Είναι μια ιστορία, που πέρασε από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά και τώρα την λένε τα εγγόνια στα δισέγγονα. Παραφουσκωμένη ίσως με τις απαραίτητες φιοριτούρες, που έβαζε κάθε φορά κάθε καινούργιος αφηγητής, μα αλήθεια συνέβη.

   Το νησί είχε δύο μεγάλα παραθαλάσσια χωριά κι ένα πιο μικρό ψηλά στο βουνό, που χώριζε τα δύο μεγαλύτερα. Είχε και δύο λιμάνια. Το ένα ήταν το παλιό λιμάνι, που δεν το λειτουργούσαν πια οι ψαράδες. Μόνο κάτι σάπια ψαροκάικα, από την αλμύρα της θάλασσας, υπήρχαν ξεβρασμένα στα βότσαλα. Ιδανικό μέρος για τα παιδιά, να παίζουν τα καλοκαίρια πειρατές και να φαντάζονται χίλιες δυο πολιορκίες, με σημαίες τα ξεσκισμένα, από την πολυκαιρία, δίχτυα των ψαράδων. Το άλλο λιμάνι έσφυζε από ζωή. Ψαράδες αράδιαζαν την πραμάτεια τους κάθε πρωί στο πλακόστρωτο, γυναίκες έρχονταν και από τα τρία χωριά για να ψωνίσουν από τον μπακάλη και τον φούρναρη τα καθημερινά τους κι οι άντρες αφού τελείωναν την δουλειά τους μαζεύονταν στο καφενείο για να πιουν το καφεδάκι τους.  Ήσυχοι άνθρωποι όλοι. Τα καλοκαίρια όλη ημέρα έξω στον ήλιο μέχρι να έρθει το γλυκό βράδυ να βρεθούν σε κανένα πανηγύρι ή να ανταλλάξουν επισκέψεις και τους χειμώνες ίσα ίσα να κάνουν τα απαραίτητα για να έχουν ένα πιάτο φαί στο σπίτι και ύστερα μαζεύονταν νωρίς, όταν έπεφτε ο ήλιος, γύρω από το τζάκι ή την σόμπα και έλεγαν ιστορίες.

   Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς ήταν από τους πιο δύσκολους. Το νησί είχε αποκλειστεί σχεδόν δέκα ημέρες από την κακοκαιρία. Τα τρόφιμα είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν. Ο φούρναρης πουλούσε το ψωμί σε φέτες, ανάλογα με τα μέλη της οικογένειας, δύο για τον καθένα, μία για το μεσημέρι και μία για το βράδυ. Ο μπακάλης είχε πια μόνο λίγο ρύζι να δώσει και λίγα μακαρόνια. Οι ψαράδες δεν βγαίνανε στα ανοιχτά για να ψαρέψουν, γιατί θα τους πλάκωναν τα κύματα. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα σε δύο ημέρες και το μόνο που πρόδιδε την χαρά των εορτών ήταν τα λαμπάκια στα αχνισμένα παράθυρα, που αναβόσβηναν επίμονα. Οι γυναίκες έβρισκαν ευφάνταστους τρόπους για να ξεγελάσουν τα παιδιά τους. Άλεθαν ότι όσπριο τους είχε απομείνει στην αποθήκη, το αραίωναν με νερό και τηγάνιζαν ρεβυθολουκουμάδες, φασολολουκουμάδες ή ακόμα και στραγαλολουκουμάδες. Μάζευαν κουκουνάρια από το δάσος και στόλιζαν το σπίτι να γίνει λίγο πιο γιορτινό και προσεύχονταν κρυφά με κλάματα στα μάτια να γίνει ένα θαύμα και να ζήσουν, τουλάχιστον τα μικρά, όμορφα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.

   Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων όλοι είχαν κλειδαμπαρωθεί στα σπίτια τους με την δύση του ηλίου. Ο αέρας λυσσομανούσε και τα δοκάρια στις σκεπές των σπιτιών έλεγαν το δικό τους χριστουγεννιάτικο τραγούδι, τσιριχτά και ενοχλητικά. Κανείς άλλος δεν είχε διάθεση για χορούς και τραγούδια όμως. Ούτε ψητό στην κατσαρόλα, ούτε καραμέλες στις χούφτες των παιδιών, ούτε δώρα κάτω από τα δέντρα. Η συμμορία των καλοκαιρινών πειρατών είχε μαζευτεί στο σπίτι του ενός και μετρούσαν τα κέρδη τους από τα πρωινά κάλαντα. «Τι μάζεψες εσύ;» ρώτησε ο ένας πιτσιρικάς τον άλλο. «Έναν κουραμπιέ, ένα δίφραγκο και αυτόν εδώ τον μάλλινο σκούφο από την γιαγιά μου» απάντησε απογοητευμένος ο άλλος. «Μα έτσι δεν κάνουμε δουλειά. Δηλαδή μάγκες πως θα γίνει; Θα αφήσουμε αυτά τα Χριστούγεννα να πάνε χαμένα;» φώναξε έξαλλος ο άλλος. «Τι προτείνεις να κάνουμε δηλαδή;» είπε ένας τρίτος. Τότε πήρε τον λόγο ένας τέταρτος και είπε «Τώρα πια έχουμε μεγαλώσει. Είμαστε άντρες. Δεν γίνεται να μας νταντεύουν οι μαμάδες μας και να κρυβόμαστε πίσω από τις ποδιές τους μήπως και αρπάξουμε κανέναν ρεβυθολουλουμά. Πρώτα πρώτα είναι απαίσιοι! Δεν τρώγονται! Δεύτερον πρέπει να δράσουμε. Είστε να κατέβουμε όλοι στο λιμάνι να πάρουμε τις παλιές βάρκες και να βγούμε στα ανοιχτά; Αν φέρουμε μια γερή ψαριά στο νησί, τα Χριστούγεννα τουλάχιστον τα έχουμε εξασφαλίσει!». «Τι;» αναφώνησαν όλοι μαζί. «Είστε;» ξαναρώτησε, με περισσότερο δραματικό τόνο αυτή την φορά.

   Φόρεσαν τα σκουφιά τους, έβαλαν τα παλτό τους, τρύπωσαν κρυφά στις αποθήκες και σούφρωσαν πετονιές και καλάμια και έδωσαν ραντεβού στο παλιό λιμάνι. Για δόλωμα πήρε ο καθένας στην τσέπη του  λίγο ψωμοτύρι, το βραδινό τους δηλαδή, ότι είχαν για να φάνε την παραμονή των Χριστουγέννων και δρόμο τον κατήφορο. Έτρεμαν από το κρύο και τον φόβο, αλλά σιγά σιγά ξεπρόβαλλαν μέσα από τα πεύκα με τα φαναράκια τους. Πιο μαγική εικόνα άνθρωπος δεν έχει δει στην ζωή του, σαν τα απρόσιτα και μακρινά αστέρια του ουρανού να κατέβηκαν στην γη εκείνο το βράδυ. Αφού συγκεντρώθηκαν τα παιδιά στην προκυμαία, έκαναν να πιάσουν την πιο κοντινή τους βάρκα για αρχή, να την αναποδογυρίσουν και έπειτα να βρούνε τι θα κάνουν για κουπιά, για να μπορέσει η πρώτη φουρνιά των επίδοξων καπετάνιων να πλεύσει. Τότε έγινε ένα δεύτερο θαύμα. Τυλιγμένη με μια μπαλωμένη κουρελού, είχε μια νεαρή κοπέλα το νεογέννητο μωράκι της κι είχε ξαπλώσει δίπλα του να το ζεστάνει με την ανάσα της. Για σκεπή είχε βάλει την βάρκα, έτσι ώστε να μπορέσει να προφυλαχθεί από την υγρασία της θάλασσας και το κοφτερό κρύο. Τα παιδιά τα έχασαν. Πως είχε βρεθεί αυτή γυναίκα εκεί; Έκαναν να την πλησιάσουν μα εκείνη οπισθοχώρησε. Αυτόματα έβγαλαν όλα μαζί το ψωμοτύρι από την τσέπη και το ακούμπησαν στα πόδια της. Ο ένας μάλιστα έβγαλε και τον κουραμπιέ. Η γυναίκα τα κοίταζε εκστασιασμένη. Όχι φοβισμένη, ούτε θλιμμένη. Ήταν σχεδόν ανακουφισμένη, που την βρήκαν. Άρχισε να τρώει λαίμαργα το ψωμί με το τυρί και έχωσε στην βρεγμένη τσέπη της τον κουραμπιέ. Μετά άρχισε να γελάει δυνατά. Είχε σωθεί.

   Μετά από λίγη ώρα, που απλά κοιτάζονταν και χαμογελούσαν μεταξύ τους, μια σκιά φάνηκε να έρχεται από το τέρμα της παραλίας. Όσο η σκιά μεγάλωνε, η γυναίκα φώναζε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, μάλλον ιαχές νίκης. «Τα καταφέραμε, λέει» είπε ο ένας. «Άσε! Εσύ τα ξέρεις όλα! Μιλάς και την ακαταλαβίστικη τώρα; Θα την έμαθες στα πειρατικά ταξίδια σου!» τον ειρωνεύτηκε ο άλλος. «Ακούς τι σου λέω; Μάλλον κινέζοι είναι ή κάτι τέτοιο». Ο άνδρας πλησίασε την παρέα των παιδιών και υποκλίθηκε μπροστά τους. Έπειτα σήκωσε την γυναίκα του και πήρε στην αγκαλιά του το μωρό. Τα φαναράκια έφτιαξαν μια πομπή και η οικογένεια τους ακολούθησε. Η πιο κοντινή καλύβα ήταν του γερό-Νικόλα, που τέτοιες ημέρες δεν έμενε ποτέ εκεί, αλλά πήγαινε στα ορεινά, να τις περάσει με τα παιδιά του. Το τσούρμο μπήκε μέσα κι άναψε το τζάκι. Έπειτα έστρωσε ζεστές κουβέρτες στο πάτωμα και προέτρεψε την οικογένεια να μπει. «Κάπως έτσι δεν ήταν και η φάτνη του Χριστού;» πετάχτηκε ένας κι όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν βέβαιοι πως κάπως έτσι πρέπει να ήταν. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι είναι και οι τρεις καλά, τους αποχαιρέτησαν και τους είπαν με νοήματα ότι την επόμενη ημέρα θα τους έφερναν κι άλλο φαγητό από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και έριξαν μια τρεχάλα μέχρι τα σπίτια τους. Σε λίγο ξημέρωνε Χριστούγεννα.

   Στις πόρτες τους περίμεναν οι γονείς ανήσυχοι και έτοιμοι να τους μαλώσουν και να τους βάλουν μια γερή τιμωρία, που έλειπαν όλο το βράδυ από το σπίτι. Άλλοι γονείς είχαν βγει στο δρόμο και τα έψαχναν. Γενικά στο νησί επικρατούσε μια αναστάτωση. Όταν είδαν τα παιδιά να επιστρέφουν σπίτι, ξέχασαν και τιμωρίες και φωνές και άνοιξαν τις αγκαλιές τους να βουλιάξουν μέσα, να μην ξανά κινδυνέψουν. Τα παιδιά έπεσαν στα ζεστά σεντόνια τους εκείνο το βράδυ, νηστικά μα χαρούμενα. Το ρολόι χτυπούσε έξι το ξημέρωμα, ο αέρας είχε σωπάσει για τα καλά και τα βλέφαρα των παιδιών τρεμόπαιζαν ώσπου έκλειναν το ένα μετά το άλλο.

   Την άλλη ημέρα τους ξεσήκωσαν φωνές, γέλια και μουσικές. Φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα τους, έριξαν λίγο νερό στα μούτρα τους και κατηφόρισαν για το καινούργιο λιμάνι, αφού όλοι είχαν μαζευτεί εκεί. Αυτό ήταν. Λες και είχε γίνει κάτι μαγικό κι η κακοκαιρία είχε φύγει μαζί με τη νύχτα. Ένας ήλιος ολοστρόγγυλος και καυτερός –όσο μπορεί να είναι καυτερός ένας χειμωνιάτικος ήλιος- είχε φανεί στο βάθος, εκεί που τελειώνει η θάλασσα κι οι ψαράδες κι οι βαρκάρηδες κι οι πραματευτάδες είχαν λύσει τα καΐκια από τους κάβους. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, έτοιμη να την διασχίσουν. Θα έφερναν πράγματα και ψάρια και το μεσημέρι θα έκαναν όλοι επιτέλους Χριστούγεννα!

   Χριστούγεννα; Άραγε τι να έκαναν οι φιλοξενούμενοι των παιδιών; Τρεχάλα στην τρεχάλα τα παιδιά βρέθηκαν έξω από την καλύβα του γερό-Νικόλα μέχρι να πει κανείς κύμινο. Πολύ σκοτεινά φαινόταν όλα εκεί μέσα, η φωτιά είχε σβήσει και οι κουβέρτες ήταν διπλωμένες, ακουμπισμένες στο τραπέζι. Ίχνος ζωής πουθενά. Τα παιδιά ξαφνιάστηκαν. Μπήκαν πιο μέσα για να επεξεργαστούν τον χώρο. Μα τι είχε γίνει; Μήπως το φαντάστηκαν όλο αυτό; Μήπως δεν συνέβη ποτέ; Άνοιξαν τα παράθυρα της καλύβας να μπει φως. Το τζάκι είχε ακόμα λίγα μικρά καρβουνάκια, που σιγόκαιγαν ενώ στην στάχτη ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα «Όσο πιστεύετε στο αδύνατο, όσο αγαπάτε δυνατά, όσο προσφέρετε αυτό που δεν σας περισσεύει να λέτε δυνατά κι όμως συνέβη…».

    Τέλος

 

Σοφία Κουκουλά

  

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES