Της Ρένας Παπακωνσταντίνου

Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, νιώθω μεγάλη ανυπομονησία περιμένοντας στο φουαγιέ του Σύγχρονου Θεάτρου, να ξεκινήσει η πρεμιέρα της νέας παράστασης της Ελένης Σκότη «Με λένε Έμμα».

Η Ελένη Σκότη, είναι για μένα πάντα μια ξεχωριστή σκηνοθέτις στον χώρο του θεάτρου και την ακολουθώ πιστά σε όλες τις δουλειές της. Ακόμη υπάρχει μέσα μου η ένταση από τη «Δύναμη του Σκότους», την περσινή παράσταση με πρωταγωνιστή τον λατρεμένο Γιώργο Παπαγεωργίου.

Το τρίτο κουδούνι χτυπά και σε λίγα λεπτά όλοι είμαστε στις θέσεις μας.

Αντιλαμβάνομαι άμεσα ότι πίσω μου κάθεται η κυρία Σκότη και ο βοηθός της. Αυτό μου δίνει τεράστια χαρά! Η αυλαία ανοίγει και μια πανέμορφη παρουσία στέκεται στο κέντρο της σκηνής. Θυμίζει ντίβα του κινηματογράφου και το βλέμμα της πετάει σπίθες. Η χροιά της φωνής της συγκλονιστική.

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά αντιλαμβάνομαι ότι μπροστά μου έχω τη νέα ανακάλυψη της Ελένης Σκότη. Αυτοσυστήνεται και σιγά σιγά σε οδηγεί στα πάθη και τις εξαρτήσεις μιας νέας ηθοποιού που θέλει να ζει με ένταση και προκλήσεις. Το κείμενο του Duncan Macmillan ταιριάζει γάντι στην πρωταγωνίστρια Μαίρη Μηνά.

Αν και η ομάδα ΝΑΜΑ είναι πολυπληθής επί σκηνής, δεν ξεκολλάω τα μάτια μου από πάνω της.

Ξέρω ότι δεν το νιώθω αυτό εύκολα, μέσα στις τόσες παραστάσεις που βλέπω εβδομαδιαίως. Έχει μια ανεπιτήδευτη ομορφιά και μια δυναμικότητα τόσο στην ερμηνεία της, όσο και στη συνολική παρουσία της.

Στο τέλος της παράστασης το χειροκρότημα είναι δυνατό και όλοι βγαίνοντας κουβεντιάζουν για το άγνωστο αυτό κορίτσι που το αστέρι της σήμερα έλαμψε.

Τη βλέπω να περνά μπροστά μου, τη σφιχταγκαλιάζω και της λέω ότι θέλω οπωσδήποτε να τα πούμε από κοντά. Το βλέμμα της είναι τόσο γλυκό, τόσο ξαφνιασμένο συνάμα για τα λόγια θαυμασμού που ακούει και η ομορφιά της δεν κρύβεται παρ’ όλο το στραπατσάρισμα τις δυο ώρες στη σκηνή. Φεύγω γοητευμένη, απόλυτα ικανοποιημένη από αυτό που διαδραματίστηκε μπροστά μου και προβληματισμένη για τον αδυσώπητο εχθρό της σύγχρονης κοινωνίας μας, τον κόσμο των ναρκωτικών.

Μιλάμε στο τηλέφωνο αρκετές φορές και πολύ καιρό αργότερα κλείνουμε το ραντεβού μας στον Κεραμεικό.

Η χαρά μου δεν περιγράφεται που θα περάσω ένα απόγευμα με το υπέροχο αυτό κορίτσι. Φτάνω στην ώρα μου και μόλις ανοίγω την πόρτα στο καλλιτεχνικό στέκι του ραντεβού μας, βλέπω ένα χαμόγελο στο πρόσωπο απέναντί μου να με υποδέχεται, που δεν είναι άλλο, απ’αυτό της Μαίρης Μηνά. Αγκαλιαζόμαστε και η χαρά και των δυο μας είναι ευδιάκριτη.

Ξέρει από τις συζητήσεις μας, πόσο πολύ πιστεύω σε αυτήν και έχω εκφράσει απροκάλυπτα πόσο υποκλίνομαι στους ηθοποιούς που υπηρετούν με πάθος το θέατρο και καταθέτουν την ψυχή τους στο σανίδι. Η Μαίρη είναι μια από αυτούς.

 

«Με λένε Έμμα»… Πώς έφτασες στην ακρόαση της Ελένης Σκότη;

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών με πρότεινε στην κυρία Σκότη.

Έχεις σπουδάσει και κοινωνική λειτουργός έχω διαβάσει στο βιογραφικό σου.

Ναι, στο Ηράκλειο της Κρήτης, υπέροχα χρόνια.

Όμως μάλλον δεν σου έφτανε αυτό.

Ναι, χρησιμοποιούσα πάντα τη δραματοθεραπεία στις σπουδές μου. Έκανα πρακτική σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Πήγα στη Βιέννη, όπου δούλεψα σε διάφορα  κέντρα απεξάρτησης ενώ στη Σουηδία δούλεψα σε θέατρο με παιδιά με ειδικές ανάγκες. Ένιωθα πάντα ένα έλλειμμα… δεν είχε ενταχθεί ακόμη η θεραπευτική μέθοδος μέσω του θεάτρου.

Απ’ ότι ακούω είχες άμεση επαφή για αρκετό χρονικό διάστημα με άτομα με δυσκολίες είτε συναισθηματικής φύσεως, είτε πνευματικής, είτε εξάρτησης. Αυτό σίγουρα σε βοήθησε να έρθεις αντιμέτωπη με διαφορετικούς κόσμους. Σε έφερε σε σύγκρουση με τη συναισθηματική ανασφάλεια που κατέχει στη ζωή του ένα υγιές ψυχικά άτομο.

Ναι, ήταν μεγάλη εμπειρία ζωής αυτά τα χρόνια και σίγουρα έμαθα πολλά

Στη συνέχεια, έμεινες εξωτερικό;

Όχι, επέστρεψα Ελλάδα και δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη, διοργάνωσα διάφορα σεμινάρια για εκπαιδευτικούς διαφόρων βαθμίδων με μια φίλη μου, τα οποία συνεχίζονται και ως σήμερα και τέλος δίνω εξετάσεις στο Ωδείο Αθηνών ώστε να σπουδάσω εκ των έσω αυτό που αγαπώ, το θέατρο. Όταν πέρασα στις εξετάσεις άλλαξαν όλα… υποκριτική, κείμενα, ομάδα… αυτό ήθελα πάντα. Αλλά δεν το είχα εκλογικεύσει.

Είναι πολύ σημαντικό να ακούς τη φωνή μέσα σου και να ακολουθείς τα μονοπάτια που σε προστάζει. Κι ευτυχώς για όλους μας το έκανες!

Έχω παρατηρήσει ότι και όλοι όσοι έρχονται στα σεμινάρια, πιο πολύ το κάνουν για τους ίδιους, για τη δική τους αποφόρτιση και όχι τόσο για να το εφαρμόσουν στις σχολικές μονάδες.

Κι εγώ το πιστεύω αυτό και είναι ένας λόγος που ζηλεύω πάρα πολύ εσάς τους ηθοποιούς. Βγαίνεις στη σκηνή και αδειάζεις, βγάζεις πολλά από μέσα σου, μηδενίζεσαι και ξεκινάς πάλι από την αρχή.

Ναι, βέβαια υπάρχουν και φορές που νιώθεις ότι θες άλλες τρεις φορές να παίξεις την παράσταση για να ξεδώσεις.

Πες μου για τη συνάντησή σου με την Ελένη Σκότη και την «Έμμα».

Το «Με λένε Έμμα» το είχα ανακαλύψει σαν έργο με την ομάδα μου στο Ωδείο Αθηνών, όπου μας είχε ζητηθεί να προτείνουμε νέα έργα για να παίξουμε. Το είχαμε προτείνει στον καθηγητή μας κύριο Ξάφη, αλλά για κάποιους λόγους δεν έγινε δεκτό. Τρία χρόνια μετά, ήρθε το κάλεσμα από την κυρία Σκότη για ακρόαση, όπου με κράτησε τρεις ολόκληρες ώρες. Δεν πήρα αμέσως απάντηση και σε σύντομο χρονικό διάστημα με ξανακάλεσε για να με δει πως δένω σαν παρουσία με την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου που κατείχε τον κεντρικό ρόλο στην παράσταση. Έδωσα όλο μου το είναι στη δεύτερη ακρόαση, κινήθηκα μέσα σε ένα κυκεώνα ελευθερίας και αυτοσχεδιασμού, έψαξα την αλήθεια μου σε σχέση με τον ρόλο, άδειασα. Σκεφτόμουν πως αν πάρουν άλλη, θα είναι πραγματικά εξαιρετική, γιατί εγώ τα έδωσα όλα.

Εύχομαι να μην σε κράτησαν μεγάλο χρονικό διάστημα σε αγωνία!

Όταν μου τηλεφώνησαν μούδιασα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ένιωσα μεγάλη ευθύνη, άκρατο ενθουσιασμό και απερίγραπτο φόβο. Τα έχασα! Πήρα αμέσως τηλέφωνο τους γονείς μου και μέσα από τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους, άρχισα να συνειδητοποιώ σιγά σιγά αυτό που μου συνέβη.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με μια τόσο καταξιωμένη στον χώρο της σκηνοθέτιδα;

Την Ελένη δεν την αφορά τίποτα άλλο πέρα από τους ηθοποιούς. Ούτε τα σκηνικά, ούτε οι ενδυμασίες, ούτε η μουσική, τίποτα… μόνο οι ηθοποιοί. Η Σκότη είναι δασκάλα και το μεταφέρει αυτό στη δουλειά της. Δε θέλει να λένε θεατρικά ψέματα. Όσες συγκρούσεις υπήρξαν μεταξύ μας αφορούσαν την προσωπική «ανάγνωση» της καθεμιάς μας για το έργο. Εγώ όφειλα και έπρεπε να μπω στο δικό της όραμα. Στη διαδικασία της πρόβας επικρατούσε το χάος… Ένιωθα ότι χάνομαι, είχα αποπροσανατολιστεί, μόνο η λέξη «χάος» περιέγραφε την εσωτερική μου κατάσταση. Της το είπα και τότε αυθόρμητα μου απάντησε: «Εγώ δουλεύω με το χάος, μη φοβηθείς»! εκεί βρήκα το κομμάτι έκφρασης και δημιουργίας που αποζητούσα, στο χάος. Είχα μια παλέτα με χίλιες αποχρώσεις σε σχέση με την Έμμα, ένα τεράστιο άνοιγμα. Ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι που επιλέγαμε με την Ελένη, είχαμε όμως πάντα τον ίδιο στόχο.

 

Πώς είναι η Ελένη Σκότη ως άνθρωπος, θα ήθελα πολύ να ακούσω την γνώμη σου…

Έχει τρομερή επιμονή, είναι σαν παιδί, πολύ ευαίσθητη σαν σκηνοθέτις. Γίνεται φίλη σου και σου αφήνει πολύ χώρο να είσαι ο εαυτός σου, έχει έντονα το ανθρώπινο στοιχείο μέσα της και είναι ολόκληρη μια αγκαλιά.

Μεταφέρεις στη σκηνή προσωπικά σου βιώματα για να ανακαλέσεις μνήμες και να προκαλέσεις το συναίσθημα;  

Δεν πάω ποτέ με κάποια σκέψη που θα μου ενεργοποιήσει το συναίσθημα. Να αποφύγεις τα δικά σου βιώματα είναι ανέφικτο, αφού είσαι και το δοχείο και ο αγωγός. Δεν αποποιούμαστε το τι είμαστε, αλλά πρέπει να κάνουμε στην άκρη να ανθίσει ένα άλλο πλάσμα στη σκηνή, αυτό που υποδυόμαστε. Η δόνηση που στέλνουν οι λέξεις, ενεργοποιούν κάτι που έχει ρίζα στα δικά σου βιώματα. Αν ένα καθαρό συναίσθημα προκύψει από αλληλεπίδραση, το επιτρέπω, το καλωσορίζω, είναι ένα κομμάτι δημιουργικής φαντασίας.

Θεωρώ ότι κάθε φορά η παράσταση είναι διαφορετική. Έχει τύχει να δω παραστάσεις τρεις και τέσσερις φορές. Μία απ’ αυτές ήταν η «Δύναμη του σκότους» της κυρίας Σκότη πέρυσι, όπου κάθε φορά έβρισκα πολλές διαφορές τόσο σε μένα ως θεατή, αλλά πολύ περισσότερο στις ερμηνείες, στη συνολική ενέργεια στη σκηνή. Συμφωνείς με αυτό;

Ναι, πάντα υπάρχουν μικροδιακυμάνσεις. Κάθε παράσταση είναι διαφορετική σε σχέση με την ενέργεια. Για παράδειγμα, εγώ όταν έπαιζα στην τελευταία παράσταση πριν από το «Έμμα», στην «’Ηλέκτρα » ήμουν στον χορό και ο λόγος ήταν μόνο το τραγούδι, τα φορέματα απόλυτα λευκά. Στις πρόβες έπρεπε να διατηρώ συνεχώς ένα κλίμα ευεξίας, να είμαι προστατευμένη ψυχικά, να κάνω πράγματα με φως, αν δεν ήμουν καλά, ήθελε μεγάλη προσπάθεια να τα καταφέρω, ενώ στην Έμμα νιώθω θαλπωρή, γιατί ακόμη και άσχημα να είμαι, με χωράει κι έτσι δε με αλλάζει! Κάνω ενδοσκόπηση όχι προς τα κάτω, αλλά προς τα πάνω, την Έμμα την αγάπησα πολύ, είναι φανταστικό ψυχάκι.

Βλέπουμε τη σχέση μάνας-κόρης, μια δύσκολη σχέση πάντα και συχνά ανταγωνιστική και ακραία. Ποια είναι η δική σου σχέση με τη μητέρα σου;

Με τη μαμά μου είμαστε απόλυτα δεμένες. Μου λείπει πολύ όλα αυτά τα χρόνια που λείπω από το σπίτι, αλλά έχουμε μια πολύ καλή σχέση.

Φαντάζομαι ήρθαν να σε δουν στην «΄Εμμα»!

Ναι, φυσικά. Ζουν μόνιμα στην Πάρο, στον Δρυό, όπου έχουν μια παραθαλάσσια ταβέρνα. Έρχονται όμως να με δουν και ήρθαν και στην παράσταση. Οι γονείς μου είναι αγνοί θεατές. Επειδή δεν έχουν θεατρική παιδεία, είναι σαν τα παιδάκια και τα σχόλια που κάνουν με εκπλήσσουν, γιατί είναι μέσα από την αθώα ματιά τους. Ένιωσαν πολύ περήφανοι όταν με είδαν ως κεντρική ηρωίδα σε μια τόσο πολυσυζητημένη φέτος παράσταση, όμως πέρα από το καμάρι που είχαν βλέποντάς με στη σκηνή, είδαν την παράσταση και με συναισθηματισμό, μου μίλησαν προβληματισμένοι για όλα αυτά που η ίδια η παράσταση σου γεννά.

Πάντως Μαίρη, οφείλω να σου πω πως, όπως φυσικά και σε κάθε επάγγελμα, έτσι και στο δικό σας, δεν είναι εύκολο να συναντήσεις δοσμένους ηθοποιούς, σοβαρούς, συνειδητοποιημένους.

Ισχύει αυτό. Το συναντάς σε γνωστούς, σε ομάδες… εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς, με τσαρλατανισμό ή ως λειτούργημα, όραμα. Όσο πιο πολλά επενδύεις από τον εαυτό σου, τόσο πιο πολλά παίρνεις. Πρέπει να αφήσεις το DNA σου στη σκηνή, να καταθέσεις κάτι ουσιαστικό. Είναι προσωπική υπόθεση, δική σου εμπλοκή.

Πόσο επηρεάζει η οικονομική κρίση την έκπτωση ποιότητας και ανάγκη για επιπόλαιες, εφήμερες επιλογές;

Πολύ επηρεάζει, αφού το επάγγελμα αυτό δεν έχει κάτι σταθερό και αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα. Γι’αυτό βρίσκω διάφορες διεξόδους, όπως σεμινάρια κ.τ.λ. Δεν είναι εύκολο, δεν αρκεί να κάνεις μόνο ένα πράγμα. Δεν είναι ούτε όνειρό μου, ούτε επιλογή μου να προάγω το να κάνω μια διαφήμιση. Όμως αν ξέρω ότι θα μου πληρώσει έξι μήνες το ενοίκιο, θα το κάνω. Το να είσαι πολύ επιλεκτικός, είναι μεγάλη πολυτέλεια, για αυτό είμαι πιο προσαρμοστική στο να κάνω αυτόν τον μετασχηματισμό. Παρ’όλα αυτά, έχω αρνηθεί πρόταση που πίστεψα ότι θα με «στοχοποιήσει» σαν άτομο, θα γίνω η Μαίρη του προϊόντος αυτού!

Πηγαίνεις συχνά σε ακροάσεις;

Δε λέω όχι σε ακρόαση, είναι πολλές εργατοώρες. Είμαι συνεπής σε αυτό που κάνω και μερικές φορές ενοχική. Σκέφτομαι ότι ζοριζόμαστε υπερβολικά σαν άνθρωποι. Πρέπει να λέμε μέσα μας «μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο σοβαρά, όλο αυτό είναι μια βόλτα, περαστικοί είμαστε, δεν κρίνονται όλα από αυτό το επάγγελμα, από τις ποιοτικές επιλογές, από τις επιτυχίες. Βούτα στη ζωή και κάνε ό,τι γουστάρεις, μπες μ’όλο το μεγαλείο της ψυχής σου».

Ποια είναι η σχέση σου με την τεχνολογία;

Κοίταξε να δεις, πλέον όλοι είμαστε μέσα στην τεχνολογία. Πιάνω το κινητό στα χέρια μου κα ζω την απόλυτη λήθη! Ξεχνάω ποια είμαι, ιδανικές ζωές ανθρώπων ξεπροβάλλουν μπροστά μου, δεν καταλαβαίνουμε ακόμα το κακό της τεχνολογίας, ώστε να κάνουμε κάτι και να το στρέψουμε υπέρ μας.

Προλαβαίνεις να βλέπεις φίλους, έχεις στενές φιλίες;

Για μένα είναι οικογένεια τα παιδιά από τη σχολή, ανεκτίμητο δώρο οι φίλοι. Συναντάω ανθρώπους που εντάσσονται στο συναισθηματικό μου πεδίο και αυτό με παρηγορεί πολύ!

Ποια η σχέση σου με την κριτική που δέχεσαι ως ηθοποιός στην εκάστοτε παράσταση;

Προσπαθώ να παραμένω γειωμένη και από καλές κριτικές και από κακές. Δεν παύει να είναι μια γνώμη, το υποκειμενικό στοιχείο ενός βλέμματος, ψάχνω να βρω πού με αφορά και εμπεριέχει δόση αλήθειας, να το εντάξω κι εγώ στη σκέψη μου. Δεν θέλω να επηρεάζομαι από τις κριτικές. Αυτό που με αγγίζει, είναι οι άνθρωποι που περιμένουν απ’ έξω να μοιραστούν κάτι μαζί μου, θέλουν να επικοινωνήσουν, να σου καταθέσουν κάτι δικό τους, εκεί αφήνομαι τελείως, δίνομαι, συγκινούμαι, σε σημείο που ίσως δεν θα έπρεπε.

Στη φετινή σου παράσταση, απευθύνεσαι σε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης κοινωνίας, δυστυχώς νέων, που επιλέγουν τον δρόμο των παραισθήσεων. Έχεις επαφή με τέτοια άτομα;

Ναι, είχα καθημερινή επαφή κατά την διάρκεια των προβών με χρήστες είτε πρώην είτε απεξαρτημένους. Μου μιλούσαν για την προσωπική εμπειρία τους, έκαναν ακόμη και έρευνα πριν από το έργο, άκουσα τόσα πολλά, μιλούσαν σαν να επρόκειτο για ζωές άλλων. Στην επίσημη πρεμιέρα ήρθε πολύς κόσμος, θεατρόκοσμος, όλοι γνωστοί, επίσημοι, ανάμεσα τους και τα παιδιά που μιλούσαμε στις πρόβες. Το μυαλό μου ήταν συνεχώς σε αυτούς και έλεγα μέσα μου ότι όλο αυτό θα είναι ένα φιάσκο, ένα ψέμα αν αυτά τα παιδιά σήμερα δεν δικαιωθούν. Είχα τεράστιο άγχος μόνο για το χρέος μου απέναντί τους. Όταν στο τέλος της παράστασης ήρθαν να με χαιρετήσουν, με κοίταξαν με καθαρά μάτια, με αγκάλιασαν τόσο ζεστά… εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου «τώρα ξεκίνησα», εκείνη τη μέρα ένιωσα ότι ένα κομμάτι που έλειπε, τα παιδιά αυτά μου το έδωσαν. Θα είχα αποτύχει αν δεν τους είχα δικαιώσει. Ένας από τα παιδιά, είδε εφτά φορές την παράσταση και μετά ερχόταν και μου έκανε αξιολόγηση… Προσωπική του ανάγκη, να συντονίζεται, να μένει καθαρός άλλη μια φορά. Την τελευταία φορά μου είπε: «έβλεπα την παράσταση και ήταν σαν να βλέπω τον εαυτό μου στο καθρέφτη και ντράπηκα». Υπάρχουν τόσα προβλήματα γύρω μας, σπασμένες επικοινωνίες ανθρώπων, ζούμε με αίσθηση λήθης και δικαιολογίας, βαφτίζουμε όσα μας συμβαίνουν και τα τοποθετούμε σαν πλάκες πάνω απ’ ό,τι είναι ουσιαστικό. Θέλει κότσια για να τα δεις όλα αυτά, πονάει πολύ, δεν είναι εύκολο.

Λίγα λόγια για τη Μαίρη…

Εκ φύσεως είμαι ένα φεύγω, αλαφροΐσκιωτη κι ένα αντίθετο βέλος για να είμαι πιο ισορροπημένη. Στο θέατρο το υλικό διαχειρίζεται από τον σκηνοθέτη, πρέπει να σε αποκωδικοποιήσει. Κάθε παράσταση είναι ένα πάζλ, διαμορφώνουν ένα σύμπαν, ένα πείραμα, σώζεις τον εαυτό σου πάση θυσία, μένεις πιστός στον σκηνοθέτη ή κάνεις το δικό σου; Αυτό είναι θέμα ήθους. Για παράδειγμα εγώ δεν θα ήθελα η Ελένη να δει ένα άλλο δημιούργημα στη σκηνή από αυτό που έχει φανταστεί. Η παράσταση δεν είναι κανενός, δεν θέλω να γίνω άλογο και να βγω πρώτη. Κάθε παράσταση είναι ένας ζωντανός οργανισμός κι εγώ μένω πιστή σε ό,τι έχουμε συμφωνήσει. Δεν έχουμε επίγνωση τι παράγουμε επί σκηνής και αυτό δημιουργεί αίσθημα  ασφάλειας, ιεραρχία στο θέατρο.

Τα σχέδιά σου για το καλοκαίρι;

Το καλοκαίρι θα είμαι στο Εθνικό στην Τριλογία όπου η κυρία Μελεμέ θα σκηνοθετήσει τους «χοηφόρους» κι  εγώ θα είμαι στο χορό.

Αυτό θα είναι συνάντηση πολλών καρατίων για τους θεατές. Μια σπουδαία παράσταση με μεγάλα ονόματα.

Θέλω να σου πω, πως συνυπήρξα σε μια ακρόαση με την Καρυοφιλιά Καραμπέτη. Έβλεπα λοιπόν αυτόν τον ογκόλιθο να έχει άγχος πριν μπούμε για αυτοσχεδιασμό και αναρωτιόμουν πως γίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ήμασταν ζευγάρι, μπήκαμε, τα δώσαμε όλα. Όταν βγήκε, πλησίασε τον Αργεντινό σκηνοθέτη και του λέει: «Πόσο χαίρομαι που συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους». Υποκλίνομαι μπροστά σ’αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο, μπροστά στη μεγάλη αυτή πρωταγωνίστρια.

Η ώρα πέρασε ανεπαίσθητα. Είπαμε τόσα κι άλλα τόσα θα λέγαμε αν είχαμε κι άλλο χρόνο. Η χημεία μου με την Μαίρη δεν είναι ψευδαίσθηση. Με άγγιξε βαθειά… κι εμένα ό,τι με αγγίζει μένει. Την κοιτώ στα μάτια. Είναι τόσο όμορφη, δέρμα βελούδινο, λαμπερά σκούρα καστανά μαλλιά, καυτό βλέμμα κι ένα γλυκό χαμόγελο. Μα το πιο εκστατικό πάνω της είναι η χροιά της φωνής της, ο τρόπος που μιλάει, το πνεύμα της. Τη λένε «Μαίρη Μηνά» και ήρθε για να μείνει και να μας χαρίσει συγκλονιστικές ερμηνείες. Το κορίτσι που μεγάλωσε ως τα δώδεκα στα Τρίκαλα και μετά πήγε στην Πάρο, «μάζεψε μέσα της όλα τα βουνά», όπως λέει ο Μάνος Ελευθερίου στο ποίημα του «Χρόνια σαν τριαντάφυλλα» και ξεχύθηκε στο Αιγαίο να αρμενίζει παρέα με τα όνειρά της. Βούτηξε με όλο της το είναι «τη νύχτα που ’χει μέσα της, τη λέει με το όνομά της, πίνει το τσάι της καυτό με δυο ζαχαρωτά». Κατευθυνόμαστε με τα πόδια προς το Σύγχρονο Θέατρο, όπου σε λίγη ώρα έχει παράσταση απογευματινή. Φτάνουμε στην είσοδο και αγκαλιαζόμαστε σφιχτά, νιώθω ότι είναι αληθινό το αγκάλιασμά της. Μου μιλά γλυκά και με ευχαριστεί. Δίνουμε υπόσχεση ότι θα ξαναβρεθούμε για βολτούλα. Φεύγοντας, κοιτώ πίσω και την βλέπω ακόμη να με κοιτά χαμογελώντας. Γυρνώ πίσω και της δίνω ένα δυνατό φιλί. «Θα το γράψω αυτό» της λέω, αυτή είναι η Μαίρη η αληθινή. Ένα υπέροχο πλάσμα, ένας αληθινός άνθρωπος, μια παραίσθηση στις άνευ αισθήματα μέρες που ζούμε.

Μια βδομάδα πριν… Κυριακή μεσημέρι, παρέα με ομάδα προσκόπων στην παράσταση «Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν» καθώς μιλώ στο φουαγιέ φεύγοντας, μ’ ένα φίλο ηθοποιό από την παράσταση τον Μιχάλη Τιτόπουλο, νιώθω μια ξαφνική αγκαλιά από ένα πανέμορφο κορίτσι με γυαλιά ηλίου… την κοιτώ και χαίρομαι αφάνταστα.

Τι κάνεις Μαίρη από τέτοια ώρα εδώ;

Σήμερα νιώθω κάπως και ήρθα να προετοιμαστώ.

Τελειώνω τη συνέντευξη.

Ανυπομονώ

Δεν ξέρω γιατί, αλλά η αίσθηση που μου άφησε αυτό το υπέροχο πλάσμα, μου θυμίζει έντονα τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου που μελοποιήθηκαν από τον μοναδικό Σταμάτη Κραουνάκη και τραγουδήθηκαν από τη μεγαλύτερη φωνή που πέταξε μακριά μας, τον Δημήτρη Μητροπάνο… και τι σύμπτωση, είναι από το ίδιο μέρος με την Μαίρη, τα Τρίκαλα… μου έρχεται μια εικόνα στο μυαλό… η φωνή του σ’ ένα καφενεδάκι στα Τρίκαλα και η Μαίρη να χορεύει μετατρέποντας «τη νύχτα που έχει μέσα της» σε άπλετο φως…

Αφιερωμένο…

Χρόνια σαν τριαντάφυλλα ξερά

μες στα βιβλία,

τα δένδρα που ήταν άνθρωποι

έχουν μαρμαρωθεί

χιόνι παλιό και μάλαμα, σαν

ακριβή φιλία

κορίτσια που γεννήθηκαν κρατώντας το σπαθί

 

Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα

επαρχιακά σου,

φόρεσες όλα τα βουνά και τα

μεταξωτά

τη νύχτα που ’χεις μέσα σου, τη

λες με το όνομά σου

πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο

ζαχαρωτά

 

Χρόνια πολλά, απ’ το ’20, ειν’ η

λιθογραφία

σερβίρονται τα παγωτά, καφέδες

αχνιστοί

παραθαλάσσιος καφενές σε

κάποια επαρχία

εκεί που ζούνε οι άνθρωποι μόνο

γονατιστοί.

 

Άρχισες πάλι  ανέκδοτα, τα

επαρχιακά σου,

φόρεσες όλα τα βουνά και τα

 μεταξωτά

τη νύχτα που ’χεις μέσα σου, τη

λες με το όνομά σου

πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο

ζαχαρωτά

 

 

«Χρόνια σαν τριαντάφυλλα»

Μάνος Ελευθερίου

 

  

4moms team
4moms team
Inspiring Living, Mom's Life in Greece
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES