Τον τελευταίο καιρό έχουν συμβεί διάφορα γεγονότα που με έχουν γεμίσει σκέψεις για τον τρόπο που ο κάθε ένας  αντιμετωπίζει τον άλλο. Είτε πρόκειται για απλά είτε για πιο σοβαρά θέματα.

Ενήλικες και Παιδιά.

Άγνωστοι αλλά και φίλοι.

Νιώθω οτι έχει εμφανιστεί μια επιδημία Αγένειας στην χώρα που με κάνει να αναρωτιέμαι αν έχει γίνει η αγένεια ένας κανονικός τρόπος συμπεριφορά στην καθημερινότητα μας. Γύρω μας άνθρωποι εγκλωβισμένοι στο μικρόκοσμό τους, έχοντας ξεχάσει τι σημαίνει σεβασμός, ευγένεια και καλοσύνη.

Λέξεις όπως, «Με συγχωρείτε», «Λυπάμαι», «Σας ευχαριστώ», «Μπορώ», φαντάζουν ξεπερασμένες. Πόσο προσπάθεια χρειάζεται να πείς ευχαριστώ? Δεν είναι καθόλου δύσκολο κάποιος να έχει τρόπους. Ειδικά για εμάς που είμαστε γονείς είναι σπουδαίο να διδάξουμε στα παιδιά μας πως η συμπεριφορά τους θα χαρακτηρίζεται απο τους τρόπους τους. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι όλοι μαθαίνουμε και ακολουθούμε την συμπεριφορά από τα πρότυπα μας. Δυστηχώς αν εκείνα είναι αγενείς, θα μάθουμε να είμαστε αγενείς. Αν είναι ευγενείς θα μάθουμε και εμείς να είμαστε ευγενείς.

Όταν έχουμε καλούς τρόπους, το πιο πιθανό να είναι και όλοι όσοι βρίσκονται στον δρόμο μας θα είναι ευγενικοί προς εμάς, τουλάχιστον ανταποδοτικά.

Ας αντιμετωπίσουμε όλους τους ανθρώπους με αξιοπρέπεια και σεβασμό.

Ας αντιμετωπίσουμε τους άλλους με τον τρόπο που θέλουμε να μας αντιμετωπίζουν.

Αφορμή για όλα τα παραπάνω ήταν μια πολύ άσχημη συμπεριφορά απο ένα άτομο που εκτιμώ και η παρακάτω συμπεριφορά του αγνώστου μέχρι χθές Αλέξανδρου Παπαδόπουλου που μοιράστηκε με τους φίλους του στο Facebook που με έκανε να πάρω  μια ανάσα αισιοδοξίας στην αγενή καθημερινότητα:

Δευτέρα πρωί, με μπόλικο κρύο. Εκτυπώνω κάποια αρχιτεκτονικά σχέδια να προλάβω ένα meeting με πελάτη.

Μπαίνει στο μαγαζί αναψοκοκκινισμένη μια κοπέλα κοντούλα και χοντρούλα με ενα φαρδύ τυλιγμένο κασκόλ στον λαιμό της που μίλαγε Αγγλικά.
Ήθελε να τυπώσει άμεσα μια εργασία της για να προλάβει την προθεσμία παράδοσης στη σχολή που έληγε σε μια ώρα.
Η εργασία ήταν γραμμένη σε Mac Pages αντί για Word.
Στο φωτοτυπάδικο της λένε πως δεν μπορούν να ανοίξουν το αρχείο και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για αυτό.
Την ίδια στιγμή οι άλλοι πελάτες πιέζουν για τις εκτυπώσεις τους.

Η κοπελίτσα εξηγεί πως είναι πολύ σημαντικό να την βοηθήσουν αλλιώς θα κοπεί. Έχει περάσει ένα μήνα γράφοντας στα ελληνικά που δεν γνωρίζει καλά διότι δεν δέχονταν την εργασία στα Αγγλικά.
Φυσικά κανείς δεν ασχολείται.
Η κοπελίτσα δεν βάζει τις φωνές, ούτε παρακαλάει κανέναν. Κάθεται απλώς σιωπηλή σε μια άκρη και την πιάνει το παράπονο.
Σαν να είναι too much όλο αυτό.
Σαν να τα παρατάει.

Κι έτσι όπως στέκεται … δακρύζει.

Την πλησιάζω και την ρωτάω αν θέλει να πάω στο περίπτερο να της φέρω ένα μπουκαλάκι νερό. Μου γνέφει πως όχι. Παίρνω το στικάκι της, μπαίνω μέσα από τον πάγκο και το κουμπώνω σε ένα μηχάνημα του μαγαζιού.
Ανοίγει το αρχείο.
Google-άρω για να βρω ένα free online converter από Pages σε Docx.
Κάνω upload το αρχείο. Αρχίζει να γίνεται το conversion, αλλά δείχνει πως θέλει 5 λεπτά γιατί το αρχείο είναι 50Mb περίπου.

H κοπελίτσα έχει καταλάβει τι κάνω.
Έρχεται δίπλα μου και περνάει το χέρι της στο δικό μου χωρίς να μιλάει. Σαν να προσπαθεί να βοηθήσει. Νιώθω την καρδιά της να μετράει τα δευτερόλεπτα.

Το conversion ολοκληρώνεται, το κάνω download και είναι έτοιμο για εκτύπωση. Λέω στους υπεύθυνους του μαγαζιού να το δώσουν για εκτύπωση στον εκτυπωτή που πρέπει..

Μου λένε πως τώρα τυπώνουν τα δικά μου σχέδια, μετά είναι δυο άλλοι πελάτες και μόλις τελειώσουν θα πάρει σειρά και η κοπέλα. Η κοπέλα καταλαβαίνει προφανώς λίγα Ελληνικά. Μου σφίγγει το μπράτσο και μου λέει ψιθυριστά:
“Please don’t leave me…”

Κανένας δισταγμός. Ακυρώστε τα δικά μου σχέδια και δώστε τη θέση μου στην κοπέλα. Έτσι κι αλλιώς εγώ είμαι πρώτος στη σειρά. Βάλτε τα δικά της και θα πάω εγώ τελευταίος. Οι υπόλοιποι πελάτες δεν μπορούν να πουν κάτι για αυτό. Και δεν λένε.

Η κοπελίτσα επιτέλους χαμογελάει.
Περιμένει να πάρει τις εκτυπώσεις της με ανυπομονησία.

“Why did you do that?, με ρωτάει.

“Γιατί μια μέρα θα σπουδάζει η κόρη μου σε μια άγνωστη χώρα. Θα είναι μόνη και δακρυσμένη και θα θέλω κάποιος να βρεθεί να την βοηθήσει.”

“What’s your name?”

“Alexandros”

“I’m Olga”

Μου χαίδεψε το χέρι, πήρε τα πράγματά της και πήγε προς τα έξω.
Στην πόρτα γύρισε, χαμογέλασε και μου είπε:

“I’ll never forget you”

Και έφυγε τρέχοντας να προλάβει.

Κι έμεινα εγώ να περιμένω τα σχέδιά μου.
Κι ένιωσα τόσο όμορφα που περίμενα.

Βιβή Μπασινά
Βιβή Μπασινά
Γιατί να κλαίμε όταν μπορούμε να γελάμε;
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES