Fairy Plays #8: Ο Ευγένιος και οι πειρατές (Ή αλλιώς μια ιστορία της Τζο Μαρτζ)

Guest Editors

Παραμύθι 8
(Ξεκούραση δίχως κούραση δεν έχει νοστιμάδα…)

Τίτλος: Ο Ευγένιος και οι πειρατές

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα εκατομμύρια κόσμους πιο μακρυά από τον δικό μας, υπήρχε ένα βασίλειο παράξενο και διαφορετικό, τόσο όσο δεν έχει υπάρξει ποτέ ξανά, πριν ή μετά, στην ιστορία των βασιλείων των ανθρώπων. Ψηλά κυπαρίσσια και επιβλητικά έλατα έκρυβαν στην σκιά τους τα σπίτια των κατοίκων, πέρα και πίσω από οποιοδήποτε άλλο πολιτισμό, στην τελευταία άκρη της γης, σε μια χώρα που απλωνόταν σχεδόν σε όλη την πεδιάδα. Στην κορυφή του πιο όμορφου λοφίσκου, ανάμεσα σε ελιές, βερυκοκιές και κερασιές, ξεπρόβαλλε το παλάτι με τα χίλια εκατό δύο δωμάτια, με τις πενήντα βεράντες και με τον κήπο με τις χρυσές μηλιές. Μα ήταν πραγματικά το πιο πλούσιο, το πιο χαρούμενο, το πιο ξεχωριστό παλάτι του κόσμου!

Μπροστά από το παλάτι περνούσε ένα αργό ποταμάκι που μετρούσε τις ευτυχισμένες ημέρες του βασιλείου, που διαδέχονταν η μια την άλλη. Όλα κυλούσαν αρμονικά και πλουσιοπάροχα χωρίς έννοιες και σκοτούρες, αφού η φύση τους τα έδινε όλα απλόχερα όχι όμως και τυχαία. Κάποια χρόνια πριν ο βασιλιάς είχε καταφέρει να κερδίσει την εύνοια της μάγισσας Ζωζεφίνας, μεγάλης και τρανής στον κόσμο των μαγισσών. Ακριβώς όμως επειδή ήταν μεγάλη όχι μόνο στην φήμη αλλά και στα χρόνια μπερδευόταν πολύ εύκολα και ξεχνούσε τον τελευταίο καιρό. Έτσι την έσωσε στο παρά πέντε ο βασιλιάς, όταν μετά από ένα αποτυχημένο μαγικό ξόρκι, αντί να μεταμορφώσει έναν σκίουρο σε τριαντάφυλλο, μπέρδεψε τα λόγια της κι ο σκίουρος έγινε γιγάντια αρκούδα έτοιμη να της επιτεθεί. Έτυχε εκείνη την ημέρα να έχει βγει για κυνήγι ο βασιλιάς, ν’ ακούσει τις φωνές της και να ακινητοποιήσει την αρκούδα με το βασιλικό σπαθί του. Πόσες ευχές άκουσε εκείνο το πρωινό από την μάγισσα Ζωζεφίνα αλλά και πόσα ευχαριστώ!
“Και σαν δώρο, βασιλιά μου, για το καλό που μου ‘κανες θα σου δώσω αυτό τον χρησμό:

Μάτια γελαστά, χέρια γεμάτα, στόματα χορτάτα,
δέντρα χρυσά, καρπούς να βγάζουν δίχως κόπο,
μόνο χαρές και μακρυά τα άσχημα μαντάτα.
κανείς να μην ιδρώνει για να βρει φαϊ σ’ αυτό τον όμορφο τον τόπο.
Μα βασιλιά μου, προσοχή μες στις σκιές των δέντρων και στις μικρές φωνές πίσω από τα φύλλα του χειμώνα, όταν μες στα λιμάνια αράζουν πλοία με κατάρτια πιο ψηλά από τα κυπαρίσσια σου!”

Ο βασιλιάς ευχαρίστησε την μάγισσα και χωρίς να καταλάβει ακριβώς το δώρο, που του έκανε την συμβούλεψε να μένει μακρυά από κατσαρόλες και ξόρκια, της έδωσε ένα καλάθι με καλούδια και έφυγε για το παλάτι του. Από την επόμενη κιόλας ημέρα όλα ήταν αλλιώτικα. Όλα τα δέντρα στον κήπο του βασιλιά, στις πλατείες, στις αυλές των ανθρώπων είχαν ανθίσει! Άλλα είχαν βγάλει χρυσά ανθάκια και καρπούς και άλλα ζουμερά και νόστιμα φρούτα. Με το που έκοβε κάποιος ένα φρούτο ή ένα λαχανικό, έπαιρνε την θέση του αμέσως άλλο, πιο μεγάλο και πιο λαχταριστό. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αγκαλιάζονταν από την χαρά τους και χόρευαν ξέφρενα από βεράντα σε βεράντα. Το ίδιο και οι κάτοικοι, που κατάλαβαν ότι δεν θα ξανά πεινάσουν ποτέ!
Οι καλές ημέρες δεν σταμάτησαν εκεί. Μετά από λίγο καιρό η βασίλισσα γέννησε ένα μωρό με ροδαλά μάγουλα και ξανθές μπούκλες, που το ονόμασε Ζωζεφίνα προς τιμή της μάγισσας. Το βασιλικό ζεύγος έβλεπε την πριγκίπισσα να μεγαλώνει, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχεί για τίποτα και αυτό ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Όλοι όμως στο βασίλειο, είχαν σταματήσει να ανησυχούν για το οτιδήποτε. Όπως είχαν σταματήσει και να δουλεύουν. Οι χωρικοί δεν χρειαζόταν πια να ξυπνούν από τις έξι το πρωί για να πάνε να σπείρουν ή να θερίσουν, αφού τα πάντα πολλαπλασιάζονταν μόνα τους. Ούτε οι βοσκοί είχαν πια έννοια τα ζώα τους, αφού κι αυτά αυξάνονταν με τρόπο μαγικό και χωρίς την επίβλεψη τους. Οι έμποροι πάλι δεν είχαν στο μυαλό τους να κάνουν την καλύτερη συναλλαγή. Έκοβαν ένα χρυσό μήλο κι αγόραζαν ότι ήθελαν.

Τα πρώτα χρόνια η καλοπέραση είχε γεμίσει χαρά και όρεξη για ζωή τους πάντες. Επειδή δεν δούλευαν πια, τους έμενε χρόνος για να παίξουν με τα παιδιά τους, να ζωγραφίσουν ή να βρουν μια άλλη ασχολία και να αθληθούν. Περνούσαν αμέτρητα βράδια με φαγοπότια και διασκεδάσεις. Μαζεύονταν στις πλατείες και έτρωγαν και τραγουδούσαν μέχρι το πρωί. Κάθε βράδυ και σ’ άλλη πλατεία οι ίδιοι οργανοπαίχτες, με ακόμα περισσότερο φαϊ κι ακόμα περισσότερο τραγούδι. Μέχρι που κάποια στιγμή άρχισαν να βαριούνται. Οι χοροί και τα πανηγύρια λιγόστεψαν και σιγά σιγά με τον καιρό όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους. Τα αθλήματα σταμάτησαν κι αυτά, τα παιδιά από το πολύ φαϊ δεν μπορούσαν να κουνηθούν άρα σταμάτησαν να τρέχουν κι η ζωγραφική δεν είχε καμιά αξία αφού δεν είχαν με ποιον να μοιραστούν τα έργα τους.
Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα απορροφημένοι με τις ασχολίες του δεν κατάλαβαν αμέσως την αλλαγή των υπηκόων τους. Εκείνοι ένιωθαν τόσο ευτυχείς στο πολυτελέστατο παλάτι τους, με την μονάκριβη κόρη τους κι έτσι μέσα στην χλιδή και την ευκολία ξεχάστηκαν, μακάριοι και χορτασμένοι από φαϊ και ευτυχία. Τίποτα όμως δεν ήταν όπως παλιά. Ο λαός τους είχε βουλιάξει στην απραξία και τίποτα δεν τον συγκινούσε πια. Ώσπου το κακό δεν άργησε να γίνει. Πολύ κοντά στα σύνορα της χώρας υπήρχε ένα μικρό λιμάνι από όπου οι έμποροι περνούσαν απέναντι, στις άλλες χώρες και έκαναν τις διάφορες αγοραπωλησίες τους. Παρατημένο τώρα πια, είχε χάσει την αίγλη του και την ζωντάνια του. Ακόμα κι ο φύλακας του λιμανιού, που έμενε στην είσοδο του λιμανιού για να μπορεί να έχει την επίβλεψη, είχε αφήσει το πόστο του και προτιμούσε να είναι ξαπλωμένος και να μετράει πρόβατα μέχρι να κοιμηθεί.
Ήταν ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ όταν προσάραξε στο λιμάνι το πειρατικό πλοίο του πιο ξακουστού και πιο επικύνδινου πειρατή όλων των θαλασσών και εποχών, του καπετάν Μελανοθώρη! Καθώς το λιμάνι ήταν εγκαταλελειμμένο ήταν πολύ εύκολο για τον Μελανοθώρη να το καταλάβει και να προχωρήσει στα ενδότερα της χώρας. Τους έπιασε όλους στον ύπνο στην κυριολεξία και δεν δυσκολεύτηκε να κλέψει τιμαλφή, να ξεριζώσει τις χρυσές μηλιές και να πάρει ως λάφυρο την πριγκίπισσα στο πλοίο του! Ότι πολύτιμο είχε αυτή η χώρα σε λιγότερο από μια ώρα είχε γίνει παρελθόν και κανείς δεν μπορούσε να το ανατρέψει.
Κι όμως τον καιρό της ευφορίας και της ασυλλόγιστης σπατάλης υπήρξε μια μικρή ομάδα ανθρώπων, που έφυγε από την χώρα και ανέβηκε να μείνει στα βουνά. Ήταν μια παρέα σοφότερων γερόντων, ηλικιωμένων γυναικών και κάποιων νεότερων, που άκουσαν τις νουθεσίες των και τους ακουλούθησαν. Περίπου είκοσι άτομα ήταν εκείνα, που βλέποντας την ασυδοσία, απογοητεύτηκαν κι έχτισαν τις καλύβες τους λίγο πιο έξω από την χώρα για να μπορέσουν να ζήσουν όπως ήξεραν από πάντα. Μαζί τους κι ο νεαρός Ευγένιος, όνομα και πράγμα. Ο Ευγένιος ήταν γιος ενός γιδοβοσκού, που μεγαλοπιάστηκε στις καλές εποχές, αφήνοντας τα ζώα του στο έλεος τους, με μοναδικό σκοπό της ζωής του να ράβει την μια φορεσιά μετά την άλλη, για να είναι ο πιο καλοντυμένος στους χορούς. Ακολουθώντας τον παππού του στο βουνό, ο Ευγένιος ήξερε ότι θα του έλειπαν οι δικοί του αλλά θα ένιωθε πιο ευτυχής και πιο ελεύθερος. Στην μικρή κοινωνία, που είχαν φτιάξει όλοι έκαναν όλες τις δουλειές εναλλάξ. Την μια ημέρα ο ένας θα μαγείρευε, την επόμενη ο άλλος, κάποιος άλλος θα ψάρευε ή θα έβρισκε τροφή στο δάσος και κάποιος άλλος θα έχτιζε έναν στάβλο. Μπορεί να κουράζονταν λίγο παραπάνω αλλά το βράδυ που μαζεύονταν γύρω από την φωτιά, ήταν όλοι χαρούμενοι, γιατί τα είχαν καταφέρει.
Μόλις έφτασαν τα νέα στα αυτιά τους, για τον καπετάν Μελανοθώρη και το πλήρωμα του, σταμάτησαν ότι εργασία έκαναν και συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του γηραιότερου. Χωρίς να το σκεφτούν παραπάνω από ένα λεπτό αποφάσισαν να κατέβουν στην χώρα για να βοηθήσουν, άλλωστε ήταν τα αδέρφια τους που κινδύνευαν και τι που είχαν φανεί απερίσκεπτοι και αλαζόνες, τώρα τους είχαν ανάγκη. Τότε ήταν που ο Ευγένιος βγήκε μπροστά. Παίρνοντας δυο τρεις φίλους του, καβάλησαν τα άλογα τους και πήραν στο κατόπι τον καπετάν Μελανοθώρη, προσπαθώντας να σώσουν την πριγκίπισσα. Οι πιο μεγάλοι με την σειρά τους, έτρεξαν να συνεφέρουν τους υπόλοιπους κατοίκους πόρτα πόρτα.
Ο Ευγένιος πρόλαβε τον καπετάν Μελανοθώρη λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο του. Κρατώντας δεμένη και φιμωμένη την πριγκίπισσα, με ένα μεταξωτό μαντήλι που είχε κλέψει από το κομοδίνο της, απείλησε τον Ευγένιο ότι θα την σημάδευε με το σπαθί του στο πρόσωπο αν δεν έκανε πίσω. Ο Ευγένιος τότε με περίσσια τόλμη έβγαλε το τόξο του και σημαδεύοντας με ακρίβεια το δεξί χέρι του καπετάν Μελανοθώρη, τον αφόπλισε με την πρώτη. Ουρλιάζοντας από τον πόνο ο πειρατής έπεσε από το άλογο του και άρχισε να σέρνεται προς το σπαθί του. Δεν πρόλαβε να το πιάσει όμως. Ο Ευγένιος πιο νέος και πιο γρήγορος, έτρεξε και το έπιασε πρώτος, μαζί και την πριγκίπισσα Ζωζεφίνα κι απειλώντας τον με το ίδιο του το σπαθί τον ανάγκασε να μπει στο πλοίο, να διατάξει να επιστραφούν όλα τα κλοπιμαία και να φύγει άρον άρον από την χώρα.
Όλοι βγήκαν στους δρόμους κι άρχισαν να επευφημούν τον Ευγένιο και τους φίλους του για την ανδρεία τους κι όταν ήρθε η ώρα να παρουσιαστεί μπροστά στον βασιλιά, η συγκίνηση ήταν πια μεγάλη. Ο Ευγένιος υποκλίθηκε μπροστά στον βασιλιά και στην βασίλισσα κι αφού παρέδωσε την κόρη στους δυο γονείς, πήγε να φύγει ευχαριστώντας ταπεινά τον βασιλιά για τις κολακείες του. Καθώς όμως οπισθοχωρούσε ένα χέρι, αυτό του βασιλιά, τον κράτησε από τον ώμο, παρακαλώντας τον να του πει τι ήταν αυτό που θα τον έκανε ευτυχισμένο, να του το προσφέρει ως ανταπόδοση για την σωτηρία του βασιλείου.
“Βασιλιά μου,

Σε ευχαριστώ πραγματικά για την τιμή που μου κάνεις αλλά δεν είναι κάτι που να θέλω πραγματικά και να μην μπορώ να το αποκτήσω. Έχω τα δυο μου χέρια, που μπορούν να δουλέψουν γι’ αυτό. Έχω τα δυο μου πόδια, που μπορούν να τρέξουν γι’ αυτό. Έχω το μυαλό μου, που μπορεί να σκεφτεί πως θα το καταφέρει αυτό. Μα πάνω από όλα έχω την καρδιά μου, που το θέλει αυτό. Κι είναι αλήθεια αρκετά όλα αυτά για να το καταφέρω. Μα και αν δεν το καταφέρω, δεν πειράζει. Θα πω ότι το προσπάθησα και θα πέσω το βράδυ στο κρεββάτι μου με σώμα βαρύ αλλά ψυχή ελαφριά σαν πούπουλο χήνας και θα κοιμηθώ έναν ύπνο όμορφο. Ο παππούς μου λέει, βασιλιά μου, ξεκούραση δίχως κούραση δεν έχει νοστιμάδα κι εγώ νομίζω συμφωνώ μαζί του.”

Με τα λόγια του Ευγένιου οι μηλιές άρχισαν να χάνουν το χρυσό τους χρώμα και να γίνονται πάλι κόκκινες. Οι άνθρωποι απορημένοι κοίταζαν γύρω τους, τα μαγικά να διαλύονται κι έκλαιγαν από χαρά. Ήταν τα λόγια του Ευγένιου, που τους είχαν όλους ταρακουνήσει και κατάλαβαν πια το λάθος τους. Αυτή την φορά ο βασιλιάς κι η βασίλισσα προσκύνησαν τον Ευγένιο και στην συνέχεια όλοι οι υπήκοοι του βασιλείου κι ο ίδιος έχοντας τα χαμένα δεν ήξερε αν έπρεπε να το βάλει στα πόδια ή να το ευχαριστηθεί. Από την δύσκολη θέση τον έβγαλε ο βασιλιάς, που αφού τον φίλησε στο μέτωπο, έβγαλε το στέμμα από το κεφάλι του και του το φόρεσε. Έπειτα πριγκίπισσα Ζωζεφίνα και Ευγένιος ανέβηκαν στους θρόνους κι ορκίστηκαν στο λαό τους πίστη κι υπακοή για όλη τους την υπόλοιπη ζωή.

Τέλος


INFO TIPS για τους γονείς:
Η κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι οι ευεργετικές ιδιότητες της δουλειάς στον άνθρωπο σε αντιστοιχία με το διάβασμα και τα μαθήματα του σχολείου.
Εκπαιδευτική ηλικία:
Παιδική, προεφηβική και εφηβική ηλικία 6-14 χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:
Ποια είναι τα οφέλη της δουλειάς στον άνθρωπο;
Ποια μπορεί να είναι τα ανεπανόρθωτα αποτελέσματα της απραξίας;
Ποιος είναι ο χειρότερος εχθρός μας αν όχι ο ίδιος ο εαυτός μας;
Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:
Φτιάχνουμε δύο βασίλεια. Είτε με ζωγραφική, είτε με χειροτεχνία, είτε με υλικά που έχουμε στο σπίτι μας όπως σεντόνια, μαξιλάρες και τα λοιπά. Το ένα βασίλειο είναι το πλούσιο αλλά τεμπέλικο του βασιλιά και της βασίλισσας και το άλλο είναι από καλύβες στο βουνό, που μένει ο Ευγένιος. Φανταζόμαστε την καθημερινότητα των δύο βασιλείων. Ακόμα καλύτερα κάνουμε με το παιδί μας σκηνές από την καθημερινότητα των δύο βασιλείων, αυτοσχεδιάζοντας.
Μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς το παιδί θα φτιάξει κάποιες μικρές ιστορίες όπως για παράδειγμα στο φτωχό βασίλειο ζυμώνουν το ψωμί στο πλούσιο το ψωμί πολλαπλασιάζεται μόνο του στα καλάθια. Μέσα στον αυτοσχεδιασμό, χτυπάμε παλαμάκι με την οδηγία το παιδί να μείνει ακίνητο. Το ακουμπάμε απαλά στον ώμο και το ρωτάμε τι μπορεί να σκέφτεται τώρα ο συγκεκριμένος ήρωας. Αυτή η άσκηση ονομάζεται ανίχνευση σκέψης.
Ζωγραφίζουμε σε ένα χαρτόνι τον Ευγένιο, σε ένα άλλο τον βασιλιά και σε ένα άλλο τον καπετάν Μαυροθώρη. Προσπαθώντας να φτιάξουμε το προφίλ των τριών ηρώων λέμε στο παιδί να κάνει μια σειρά ερωτήσεων στον καθένα σαν να είναι δημοσιογράφος και κάποιο από τα άλλα παιδιά ή κάποιος από τους δύο γονείς, να δώσει τις κατάλληλες απαντήσεις για τον καθένα, σημειώνοντας τις μέσα στην ζωγραφιά.
Ζητάμε στο παιδί να μας γράψει την συνέχεια της ιστορίας, δέκα χρόνια μετά, όταν πια βασιλιάς είναι ο Ευγένιος και βασίλισσα η Ζωζεφίνα. Η έκθεση πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο σελίδες.
Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,
Σοφία Κουκουλά.

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES