Fairy Plays #7: Ένα μεγάλο πλαστικό ταξίδι

Guest Editors

της Σοφίας Κουκουλά
Παραμύθι 7
(Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες κι ακτές…)

Τίτλος: Ένα μεγάλο πλαστικό ταξίδι

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολύ μακρυά από το τώρα, κάπου λίγο πιο έξω από την μεγάλη πόλη μας, πίσω από την επιβλητική σιδερένια άσπρη πόρτα, που ανοιγοκλείνει αυτόματα με το πάτημα ενός κουμπιού, γεννήθηκε ένα συμπαθές μικρό πλαστικό ποτήρι χρώματος γαλάζιου. Το ποτήρι ονομάστηκε Πέτρος κι οι άνθρωποι με τις κίτρινες στολές, του ζωγράφισαν με κόκκινα κεφαλαία γράμματα στην πλάτη του το όνομα του, για να μην το ξεχάσει ποτέ. Έπειτα τον άφησαν σε ένα ξύλινο ράφι και περίμεναν να στεγνώσει. Δίπλα του είχαν τοποθετήσει και τα εννιά αδερφάκια του, όλα διαφορετικού χρώματος. Ήταν ο Θανάσης, ο Άρης, ο Γιώργος, ο Παύλος, η Ελένη , ο Μιχάλης, η Χριστίνα, ο Νέστορας κι ο Νεκτάριος. Αυτό το πρώτο σπίτι τους, αργότερα θα μάθαιναν ότι το έλεγαν εργοστάσιο.
Ο Πέτρος ήταν ένα ήσυχο ποτηράκι. Δεν συμμετείχε συχνά στα παιχνίδια, που έπαιζαν τα αδέρφια του και προτιμούσε να κάθεται να διαβάζει -τις πιο πολλές φορές οδηγίες χρήσης από άλλα πράγματα του εργοστασίου- ή να ξεσκονίζει την σκόνη από πάνω του. Πολλές φορές είχε δεχτεί πειράγματα από τους υπόλοιπους γι’ αυτή του την συμπεριφορά αλλά προτιμούσε να παραμένει μετριοπαθής. Άλλωστε ήξερε πως ο προορισμός του ήταν να φτάσει στα χέρια ενός παιδιού σε κάποιο παιδικό party και να γεμίσει μέχρι πάνω με πορτοκαλάδα. Πόσο λαχταρούσε αυτή την στιγμή. Ονειρευόταν τους αφρούς από την πορτοκαλάδα να τον γαργαλάνε και ανυπομονούσε να δοκιμάσει το πιο παγωμένο αναψυκτικό που υπήρχε στον κόσμο!
Όταν ήρθε ο καιρός, στοίβαξαν εκείνον και τα αδέρφια του κι άλλα πολλά πράγματα του εργοστασίου σε ένα φορτηγό. Άλλα προϊόντα πήγαν σε super markets, άλλα σε πολυκαταστήματα, άλλα σε μικροπωλητές. Τα δέκα ποτηράκια με τα ζωγραφισμένα ονόματα στην πλάτη βγήκαν από την κούτα χωρίς να έχουν καταλάβει που βρίσκονται. Τοποθετήθηκαν τα εννιά στο ράφι και ο Πέτρος στην βιτρίνα. Γύρω του υπήρχαν κουβαδάκια, φουσκωτές μπάλες, ψάθες θαλάσσης και πολύχρωμες πετσέτες, που αν και δεν είχαν όνομα ζωγραφισμένο στην πλάτη τους για να τις ξεχωρίζεις, είχαν όμως πολύ ενδιαφέρουσες ζωγραφιές, από δελφίνια με χαβανέζικες φούστες μέχρι παπάκια που χόρευαν μέσα στο νερό.
Ο ντροπαλός χαρακτήρας του Πέτρου, τον δυσκόλευε να βρισκεται σε κοινή θέα κάθε ημέρα και κάθε νύχτα. Η υπερέκθεση του στην βιτρίνα του μαγαζιού με τα εποχιακά είδη, άρχισε να τον κάνει νευρικό. Το όνειρο του να γευτεί μια παγωμένη πορτοκαλάδα με αφρό και μπουρμπουλήθρες άρχισε να απομακρύνεται κι όλο και πιο συχνά βυθιζόνταν λυπημένος στις σκέψεις του.
Μέχρι που κάποτε ήρθε η στιγμή να πουληθεί και να επιτελέσει τον σκοπό του! Εκείνο το πρωί μια μαμά με ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, που είχε έναν κόκκινο φιόγκο στο πλάι, ήρθε φουριόζα στο μαγαζί. Αφού γέμισε ένα καρότσι με ότι πιο άχρηστο υπήρχε στα ράφια, παρακάλεσε την πωλήτρια να της επιτρέψει να αγοράσει και το πλαστικό ποτήρι της βιτρίνας, που έγραφε το όνομα του γιου της, που γιόρταζε. Ο Πέτρος μπήκε μαζί με τις υπόλοιπες αγορές της κυρίας στις χαρτοσακούλες και μετά από λίγο στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Ταξίδεψε μόνο για λίγα λεπτά για να βγει στην συνέχεια από το πίσω κάθισμα του ενός αυτοκινήτου και να μπει σε ένα άλλο ακόμα πιο στριμωγμένος. Αυτό το ταξίδι κράτησε υπερβολικά πολύ. Ζουληγμένος από μια τσάντα γεμάτη πατατάκια, γαριδάκια και πιτσίνια ένιωθε σ’ όλη την διαδρομή τον ιδρώτα να του γαργαλάει την μύτη, όταν τελικά κάποια στιγμή αργά το απόγευμα έφτασαν στον προορισμό τους, την θάλασσα!
Μα τι όμορφη που ήταν η θάλασσα! Όλο άκουγε γι’ αυτήν αλλά ποτέ δεν την είχε δει. μέχρι εκείνη την στιγμή βέβαια. Οι σακούλες βγήκαν όλες από το αυτοκίνητο και τοποθετήθηκαν όπως όπως στις σκηνές. Ο Πέτρος κατάφερε να βγάλει το κεφαλάκι του για λίγο και να δει την θάλασσα ώσπου να καλυφθεί η εικόνα της από ένα καφέ βρωμερό πανί. Σε λίγη ώρα άρχισε να νυχτώνει. Ο Πέτρος άκουγε έξω από την σκηνή παιδιά να τρέχουν και να γελάνε. Οι γονείς πιο ‘κει μιλούσαν όλοι μαζί, δυνατά και πολύ.
Ώσπου δεν άργησε να έρθει η στιγμή να κάνει το ντεπούτο του. Όταν κάποιος αναρωτήθηκε που βρίσκονται τα αναψυκτικά ο Πέτρος κορδώθηκε και έτριψε την μουτζουρίτσα από το δεξί του αυτί. Σκαρφάλωσε μέχρι τα μισά της χαρτοσακούλας και περίμενε να τον πάρουν για να τον γεμίσουν μέχρι πάνω πορτοκαλάδα. Το χέρι που τον έπιασε ήταν γεμάτο νερά και άμμο ανακατεμένα με αλάτι από τα πατατάκια.
“Μαμά, τι χρώμα ποτήρι είναι αυτό που μου πήρες; Σου είπα ότι εγώ είμαι Παναθηναϊκάρα και δεν θέλω να κρατάω τίποτα κόκκινο κι αυτό το χαζό ποτήρι έχει γραμμένο το όνομα μου με κόκκινα γράμματα! Είναι χάλια! Δεν το θέλω!”
Το παιδί γέμισε τον Πέτρο με βότσαλα και παίρνοντας φόρα τον πέταξε στον πάτο της θάλασσας. Το μόνο που άκουσε ο Πέτρος πριν βυθιστεί ήταν ένα τρανταχτό γέλιο και μια μαμά να φωνάζει, μετά σιωπή.
Οι μήνες περνούσαν και ο δυστυχής Πέτρος ένιωθε πολύ πιο λυπημένος από ότι όταν βρισκόταν στην βιτρίνα του μαγαζιού. Σχεδόν κολλημένος στο ίδιο σημείο, έβλεπε τον εαυτό του να ξεβάφει και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Τα ψάρια είχαν κι αυτά τις δουλειές του και το μόνο που του έλεγαν ήταν μια καλημέρα ή μια καληνύχτα κι αυτά με το ζόρι. Σκέφτηκε να αρχίσει να κάνει το φανάρι του βυθού αλλά δυο τρεις φορές που το προσπάθησε κανείς δεν του έδωσε σημασία. Έτσι έσκυβε το κεφάλι και περίμενε κάποιος να τον ελευθερώσει.
Για καλή του τύχη ένα πρωί περνούσε από την περιοχή ένας ξιφίας. Αφου τον χαιρέτησε και πήγαινε να φύγει, ο Πέτρος τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να αδειάσει την κοιλιά του από τα βότσαλα. Ο ξιφίας, που ήταν στις καλές του εκείνες τις ημέρες, άρχισε να τον σπρώχνει προς τα μπρος. Τελικά με την τρίτη σπρωξιά ο Πέτρος έπεσε κάτω και τα βότσαλα όλα χύθηκαν στην άμμο μονομιάς. Ευχαρίστησε τον ξιφία για την πολύτιμη βοήθεια του και πληγωμένος από την κοφτερή μύτη του σηκώθηκε και έκανε να φύγει.
“Κοίταξε να φύγεις το συντομότερο από το σπίτι μας, ε! Είσαι ανεπιθύμητος εδώ, δεν το έχεις καταλάβει; Γι’ αυτό δεν σου μιλάει κανείς τόσο καιρό. Οι άνθρωποι μας φορτώνουν τα σκουπίδια τους και πρέπει εμείς να μάθουμε να συμβιώνουμε μαζί τους. Γιατί δεν παίρνουν οι άνθρωποι εσάς τα σκουπίδια στα δικά τους σπίτια; Σε ελευθέρωσα μόνο και μόνο γιατί πρέπει να φύγεις από εδώ! Μ’ ακούς;”
Ο Πέτρος χαμήλωσε το κεφάλι και έγνεψε καταφατικά. Μα ήταν πλαστικό ποτήρι κι όχι σκουπίδι. Πότε πρόλαβε να γίνει σκουπίδι πριν προλάβει να γεμίσει την κοιλιά του με λαχταριστή πορτοκαλάδα; Βρισκόταν στον πάτο της θάλασσας, μόνος, ανεπιθύμητος και πληγωμένος. Σχεδόν είχε διαλυθεί όλη η αριστερή πλευρά του και είχε σβηστεί όλο το όνομα του. Μόνο το Π φαινόταν αχνά αλλά τώρα πια δεν είχε καμία σημασία. Όλα είχαν τελειώσει.
Κολυμπούσε για ώρα πολύ με το βλέμμα χαμηλωμένο και δεν κατάλαβε για πότε ήρθε καταπάνω του μια τεράστια γριά χελώνα. Κατά την πρόσκρουση των δύο, η μουσούδα της χελώνας σφήνωσε στην κοιλιά του Πέτρου. Πάλευαν για αρκετά λεπτά να ξεσφηνώσουν αλλά μάταια. Ήταν σίγουρο ότι η γριά χελώνα θα πάθαινε ασφυξία αν εκείνη την ώρα δεν την έβρισκε ένας εθελοντής από την Μη Κερδοσκοπική Οργάνωση “ΚΑΘΑΡΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ” και δεν της έβγαζε προσεκτικά τον Πέτρο από το στόμα.
“Παιδιά, πιάστε κι αυτό το πλαστικό ποτήρι. Βάλτε το στην σακούλα της ανακύκλωσης.”
Ο Πέτρος έφυγε από τα χέρια του εθελοντή και βρέθηκε με ένα πήδημα σε έναν σωρό από πλαστικά. Ξαφνιασμένος από την καινούργια περιπέτεια που ανοιγόταν μπροστά του άρχισε να κουνά το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά μέχρι να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί.
“Γεια σου Π! Π δεν σε λένε; Εγώ είμαι, ήμουν δηλαδή, πορτοκαλάδα. Το λέει και στην πλάτη μου, να κοίτα… Εδώ που ήρθες είναι η ανακύκλωση κι επιτέλους αυτό το τεράστιο ταξίδι της ζωής μας φτάνει στον προορισμό του. Πέτρο θα ανακυκλωθούμε! Δεν είναι υπέροχο; Έρχομαι από ένα περίπτερο λίγο πιο πάνω. Εσύ από που ήρθες; Θες να γίνουμε φίλοι;”
Ο Πέτρος τα είχε πραγματικά χαμένα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της πορτοκαλάδας και της άπλωσε το χέρι του.
“Χαίρω πολύ, Πέτρος.”
Η πορτοκαλάδα χαμογέλασε.
“Χαίρω πολύ, Πέτρο! Έχω μια σταγονίτσα μέσα μου ακόμα. Να σε κεράσω;”
Η πορτοκαλάδα έγειρε προς το μέρος του και τότε ο Πέτρος σκέφτηκε ότι αυτή η τελευταία σταγόνα που του προσέφερε η καινούργια του φίλη ήταν η ωραιότερη σταγόνα του κόσμου!
Τέλος

INFO TIPS για τους γονείς:
Η κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι ο εθελοντισμός κι η ανακύκλωση. Επιπροσθέτως είναι και η έννοια του προορισμού που έχει ο καθένας μας στην ζωή.

Εκπαιδευτική ηλικία:
Παιδική, προεφηβική και εφηβική ηλικία 6-14 χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:
Τι σημαίνει προορισμός στην ζωή;
Γιατί ο Πέτρος ένιωθε μοναξιά μέχρι να βρει τον πραγματικό προορισμό του στην ζωή;
Γιατί δεν πρέπει να πετάμε σκουπίδια στην θάλασσα;
Ποια είναι η αξία του εθελοντισμού;
Τι είναι η ανακύκλωση;

Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:

Φτιάχνουμε ένα πλαστικό ποτήρι όπως τον Πέτρο. Αφηγούμαστε στο παιδί την ιστορία κάνοντας παράλληλα κι αυτοσχεδιασμό. Όταν φτάνουμε την εξιστόρηση στο σημείο που ο Πετρος φτάνει στον βυθό της θάλασσας, φέρνουμε έναν κουβά με νερό και παρομοιάζουμε την θάλασσα με τον κουβά. Λέμε στο παιδί να φτιάξει ότι νομίζει ότι μπορεί να έχει ένας βυθός και να τα τοποθετήσει μέσα στον κουβά. Έπειτα ρίχνουμε κι άλλα σκουπίδια μέσα. Ρωτάμε το παιδί αν πιστεύει ότι μπορεί να συνυπάρξουν τα πλάσματα της θάλασσας με τα σκουπίδια. Κάνουμε σχετική συζήτηση. Η ίδια άσκηση μπορεί να γίνει με ζωγραφική.
Κάνουμε αυτοσχεδιασμό με τα παιδιά την καθημερινότητα του Πέτρου με τα ψάρια. Σταματάμε την σκηνή, κάνοντας παγωμένη εικόνα. Κάνουμε ανίχνευση σκέψης των δύο πρωταγωνιστών.
Ζωγραφίζουμε την πρόσκρουση της χελώνας με το πλαστικό ποτήρι. Τι σκέφτεται η χελώνα εκείνα τα δευτερόλεπτα που δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει; Κάνουμε σχετική συζήτηση με το παιδί.
Μιλάμε στο παιδί και για τους άλλους τρόπους ανακύκλωσης. Εισάγωγουμε την ανακύκλωση στην καθημερινότητα μας.

Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,
Σοφία Κουκουλά.

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES