Fairy Plays #6: Μάκης, ένα χαρούμενο ελεφαντάκι

Guest Editors

της Σοφίας Κουκουλά
Παραμύθι 6
(Ο επιμένων, νικά…)

Τίτλος: Μάκης, ένα χαρούμενο ελεφαντάκι

Πριν πολλά πολλά χρόνια, στην πόλη μας, κατέφθασε ένας περιπλανώμενος θίασος μαζί με τα συμπράγκαλά του, που ήταν ουκ ολίγα. Θηριοδαμαστές, μπαλαρίνες με τις φουντωτές φούστες τους, κλόουν, ζώα από όλο τον κόσμο κι η λίστα δεν τελείωνε! Καθώς παρέλαυναν από μπροστά μου, άνοιγα τα μάτια μου ακόμα πιο πολύ, μην τυχόν και χάσω κάτι, κάποια λεπτομέρεια, οτιδήποτε πολύ σημαντικό, που αργότερα δεν θα μπορούσα να ονειρευτώ. Ω! Μα, ναι! Στα έντεκα χρόνια της -μέχρι τότε- ζωής μου, δεν είχα δει κάτι τόσο θαυμαστό.
Έστησαν το σπίτι τους κοντά στο ποτάμι, ανάμεσα από τον μεγάλο δρόμο, που χώριζε το κέντρο της πόλης από τα χωράφια και το παλιό ξυλουργείο κοντά στο ρυάκι, που έφτιαχνε κυρίως ξύλινες βάρκες για τους ψαράδες τις περιοχής. Τώρα όμως οι πιο πολλοί είχαν φύγει από την μικρή μας πόλη, για να πάνε στην πρωτεύουσα και να δουλέψουν σε καλύτερες δουλειές κι αυτοί που είχαν απομείνει είχαν ανοίξει μαγαζιά στο κέντρο ή όργωναν τα χωράφια τους. Μοιραία έκλεισε και το ξυλουργείο, αφού δεν είχε πια πελατεία.
Όλα τα παιδιά τρέξαμε ξοπίσω τους λαχανιάζοντας, για να δούμε πως θα καταφέρουν να βολευτούν, αφού δεν είχαν κλείσει κανένα από τα τοπικά ξενοδοχεία για να διανυκτερεύσουν. Προς έκπληξή μας η οργάνωση τους, ήταν εξίσου εντυπωσιακή όσο και η παρέλασή τους. Με πολύ γρήγορους ρυθμούς, έστηναν τους πασάλους και κάρφωναν το πανιά, φτιάχνοντας για σκεπή ένα τεράστιο ουράνιο τόξο. Βράδιαζε σιγά σιγά, μα ο ουρανός αντί να σκοτεινιάζει γινόταν κόκκινος, πράσινος, πορτοκαλίς κι εμάς στα μάτια μας έσκαγαν πυροτεχνήματα, λίγο πιο ‘κει.
Όταν πια νύχτωσε για τα καλά, μαζέψαμε τα μάτια μας και φύγαμε. Όχι ότι φοβηθήκαμε το σκοτάδι. Συνηθισμένοι ήμασταν τα καλοκαίρια να γυροφέρνουμε νύχτα, με τα ποδήλατα άλλοι κι άλλοι να παίζουμε μπάλα μέχρι αργά στην πλατεία. Μα δεν αντέχαμε την γκρίνια των γονιών και κάποιοι είχανε πεινάσει και λιγάκι. Όσο για την αφεντιά μου, καθόλου δεν πεινούσα, αλλά να έμενα και μόνος μου εκεί, κοντά σε τόσα άγρια θηρία, δεν το ΄θελα κι έτσι ανόρεκτα ακολούθησα την παρέα.
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, σχεδόν καθόλου. Να γνωρίζω ότι τόσο κοντά μου, βρίσκονταν λιοντάρια, μαϊμούδες, ακόμα και γορίλες; Πως να κοιμηθώ έπειτα; Έσβηνα κι άναβα πάλι την λάμπα δίπλα από το κρεβάτι μου, στριφογυρνούσα, μου έφταιγαν, τα σεντόνια, τα μαξιλάρια, όλα. Έφτιαχνα με τα χέρια μου σκιές στον τοίχο, παριστάνοντας ότι ήταν τα τρομερά ζώα του τσίρκου και μου επιτίθονταν. Έτσι όπως όπως ξημέρωσε. Πρόλαβα ν’ αρπάξω μια φρυγανιά από το τραπέζι, να πιω δυο γουλιές γάλα και να φιλήσω την μαμά στο μάγουλο. Καβάλησα το ποδήλατο κι όπου φύγει φύγει, καρφί για το τσίρκο.
Όταν πλησίαζα στο μέρος που είχαν κατασκηνώσει, σαν από διαίσθηση δεν ήθελα να με πάρουν χαμπάρι. Παράτησα κάτω από μια συκιά το ποδήλατό μου, για να μην μου κάψει κι ο ήλιος την σέλα και περπάτησα προς το ποτάμι. Όταν πια έφτασα τόσο κοντά ώστε να μπορώ να τους βλέπω αλλά να μην με βλέπουν, κατασκήνωσα κι εγώ. Έβγαλα το παγούρι μου, το σημειωματάριο και το μολύβι μου και τα κυάλια, που μου είχε χαρίσει ο παππούς μου, από την εποχή ακόμα, που νεαρός τα χρησιμοποιούσε σε διάφορες εξερευνήσεις.
Δεν πρέπει να είχαν περάσει δέκα λεπτά, όταν ένιωσα ένα άγγιγμα στον αριστερό μου ώμο. Ξεροκατάπια και γύρισα με ύφος μαλωμένου κουταβιού, για να συγκινήσω όποιον είχε καταλάβει ότι περιφερόμουν χωρίς λόγο εκεί γύρω. Ήταν ένας κύριος μετρίου αναστήματος, με μια υπερβολικά στογγυλή κοιλιά, που την συγκρατούσαν δυο κόκκινες τιράντες. Σκούπισε με το μαντήλι του την καράφλα του και με ρώτησε γιατί βρισκόμουν εκεί. Δεν ήξερα τι έπρεπε να απαντήσω, φοβόμουν ότι θα μου ζητούσε εισιτήριο κι εγώ δεν είχα πάνω μου ούτε ένα κέρμα. Έσκυψα το κεφάλι σαν ένοχος και περίμενα την ποινή μου. Τότε ο κύριος με τις κόκκινες τιράντες σφύριξε συνθηματικά και μέσα από τα στάχυα ξεπετάχτηκαν τρεις μαϊμούδες. Εγώ τα ‘χασα. Ο κύριος μου έδωσε να κρατήσω μια ξεφλουδισμένη μπανάνα και με συμβούλεψε να μην την δώσω μονομιάς στις μικρές του φίλες αλλά να κόβω κομματάκια και να τους τα πετάω μέχρι να φτάσουμε στον ζωολογικό κήπου του τσίρκου από την πίσω μεριά.
Έτσι κι έκανα! Μα τι ομορφιά κρυβόταν πίσω από τις πολύχρωμες κουρτίνες του τσίρκου! Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν χαμογελαστοί, ένας ξυλοπόδαρος περνούσε από δίπλα μου και νόμιζες ότι θα αγγίξει το σύννεφο, πιγκουίνοι περιφραγμένοι μάλωναν για το ποιος θα φάει το μεγαλύτερο ψάρι και μια καμηλοπάρδαλη έσκυβε προς την μεριά μου και μου έκανε νάζια. Ο κύριος με τις τιράντες, όταν φτάσαμε μπροστά από τους ελέφαντες, με παρότρυνε να δω και το υπόλοιπο τσίρκο, χωρίς να αγγίξω τίποτα και να φύγω με τον ίδιο τρόπο, που ήρθα. Εκείνος είχε δουλειά και θα έπρεπε να φύγει.
Έβγαλα το σημειωματάριο μου και άρχισα να καταγράφω εντυπώσεις, όταν μου τράβηξε την προσοχή μια πινακίδα, που έγραφε πληροφορίες για τους ελέφαντες και μεταξύ άλλων έλεγε:
“Oι ελέφαντες δεν μπορούν να κάνουν άλματα. Με την χρήση της λέξης άλμα εννοούμε την κατάσταση εκείνη που το ζώο ωθείται από το έδαφος με τις δικές του δυνάμεις εγκαταλείποντας τη γη με όλα του τα πόδια ταυτοχρόνως.”

Αυτό ήταν! Κάθε διάθεση για εξερεύνηση είχε χαθεί. Συγκλονισμένος από την άδικη τύχη των ελεφάντων, κάθησα κατάχαμα και άφησα στην άκρη τις σημειώσεις μου. Δηλαδή όταν ήταν χαρούμενοι οι ελέφαντες δεν πηδούσαν στον αέρα; Ή όταν έπρεπε να κάνουν γυμναστική όπως εμείς στο σχολείο; Μάλλον γι’ αυτό ήταν υπέρβαροι! Καθώς μελαγχολούσα με την δυστυχία των ελεφάντων, μου ήρθε μια τρελή ιδέα! Τι θα γινόταν αν γινόταν το αδύνατο δυνατό; Τι θα γινόταν δηλαδή αν κατάφερνα να κάνω έναν ελέφαντα, έστω και για λίγο, να αφήσει την γη και να σταθεί για μια στιγμή στον αέρα; Η τρελή μου ιδέα επιβεβαιώθηκε όταν μετά από λίγα δευτερόλεπτα είδα να βγαίνει από την σκηνή ένα νεογέννητο ελεφαντάκι.

“Θα τον ονομάσω Μάκη!”

Ο κύριος με τις κόκκινες τιράντες με χαιρετούσε από μακρυά. Ε, λοιπόν! Αυτό το μικρό ελεφαντάκι, ο Μάκης, έπρεπε να μάθει πως είναι όταν πηδάς από την χαρά σου, γιατί έπρεπε να είναι ένα χαρούμενο ελεφαντάκι.

Την ίδια κιόλας μέρα κάλεσα έκτακτο συμβούλιο στην πλατεία. Τους εξέφρασα το αίτημα μου για το Μάκη κι όλη η παλιοπαρέα συμφώνησε ότι αυτή θα έπρεπε να ήταν η αποστολή μας για το φετινό καλοκαίρι. Έπρεπε ο Μάκης να πετάξει! Αρχίσαμε να λέμε διάφορες ιδέες. Ο ένας έλεγε να φτιάξουμε ένα τραμπολίνο, ο άλλος να του βάλουμε ρόδες, κάποιος είπε να σκαρφαλώσουμε σε ένα δέντρο και τον σηκώσουμε με σκοινιά. Απορρίπταμε την μια ιδέα μετά την άλλη. Πέρασαν τρεις ημέρες και δεν είχαμε βρει τίποτα. Ο θίασος θα έμενε άλλη μια βδομάδα εδώ και μετά θα έφευγε οριστικά. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, αλλά δεν ήθελα να το δείξω στους άλλους. Συμφωνήσαμε να στίψουμε το κεφάλι μας και την επόμενη ημέρα να ερχόμασταν με σοβαρές προτάσεις. Αν μη τι άλλο κρινόταν η ίδια η ευτυχία του Μάκη!

Την επόμενη ημέρα ήμουν έτοιμος. Εξήγησα αναλυτικά το σχέδιο μου στους υπόλοιπους και το ίδιο απόγευμα συγκεντρωθήκαμε με τους κουμπαράδες μας έτοιμους για σπάσιμο στο γνωστό μας στέκι. Συγκεντρώσαμε ένα αρκετά ικανοποιητικό ποσό το οποίο και ανέλαβα να διαχειριστώ για καλό σκοπό, για την αποστολή “Μάκης, ο χαρούμενος ελέφαντας”.

Δεν ξέρω πόσο κουβάλημα ρίξαμε για να συγκεντρώσουμε το απαραίτητο υλικό. Το κρύβαμε κάτω από την συκιά και την επόμενη ημέρα φέρναμε κι άλλο. Όταν πια ήρθε η πολυπόθητη ημέρα, τρυπώσαμε στο τσίρκο και περιμέναμε να βραδιάσει για να πέσουν όλοι να κοιμηθούν. Φουσκώσαμε άπειρα μπαλόνια με ήλιον,τα δέναμε στο δέντρο και συνεχίζαμε. Όταν πια ήταν αρκετά, πέντε από τους πιο τολμηρούς μπήκαν στον περιφραγμένο χώρο με τους ελέφαντες, μαζί μ’ αυτούς φυσικά κι εγώ. Δελέασα τον Μάκη με καλαμπόκια, που του τα πετούσα εδώ κι εκεί μέχρι να βγει έξω από την σκηνή κι όταν πια τον είχαμε δικό μας του δέσαμε τα μπαλόνια στα πόδια. Τότε ήταν που ακούστηκαν οι σειρήνες. Ο κύριος με τις τιράντες πανικόβλητος σήκωνε τα παντελόνια του και μας φώναζε. Επικράτησε ένας χαμός και τελικά πρόλαβαν τον Μάκη λίγο πριν εκτοξευτεί.

Οι επόμενες ημέρες μας βρήκαν όλους τιμωρημένους και άφραγκους. Οι πιο πολλοί περάσαμε ένα μαύρο υπόλοιπο καλοκαιριού, περιορισμένοι στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και με ελάχιστες εξόδους, πάντα με συνοδεία. Δεν με ένοιαζε όμως. Έστω και για ένα ή δύο δευτερόλεπτα, εμείς οι πιτσιρικάδες μιας πόλης χωρίς όνομα, είχαμε μάθει έναν ελέφαντα να πετάει. Το είδα στα μάτια του εκείνο το βράδυ. Ο Μάκης, είχε γίνει χάρη σ’εμάς, ένας χαρούμενος ελέφαντας.
Τέλος

INFO TIPS για τους γονείς:
Η κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι η επιμονή στην επίτευξη των στόχων ή των ονείρων μας, ακόμα και των πιο τρελών.

Εκπαιδευτική ηλικία:
Προεφηβική και εφηβική ηλικία 9-14 χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:
Τι είναι στόχος; Τι είναι όνειρο;
Ποιος καθορίζει τι θα ονειρευτούμε;
Τι ρόλο παίζει η επιμονή στην ζωή μας; Γιατί δεν πρέπει να τα παρατάμε;
Ποιοι είναι δίπλα μας για να επιτευχθεί ένας στόχος μας;
Πόσο σημαντικό είναι να έχουμε ανθρώπους δίπλα μας στα όνειρά μας;
Υπάρχει ακατόρθωτο όνειρο; Αν υπάρχει, τελικά τι είναι πιο σημαντικό, η εκπλήρωση του ονείρου ή να μην σταματάμε να ονειρευόμαστε;
Τι μπορούμε να μάθουμε, από τα “τρελά¨ όνειρα που κάνουν τα παιδιά μας, για τους εαυτούς μας;


Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:

Φτιάχνουμε ένα περιπλανώμενο τσίρκο μέσα στο δωμάτιο του παιδιού μας. Χρησιμοποιούμε ότι υλικά έχουμε όπως σεντόνια, τα λούτρινα ή ακόμα και ζωγραφιές. Παροτρύνουμε το παιδί να σκεφτεί μαζί μας πως είναι ένα περοπλανώμενο τσίρκο και συνθέτουμε μαζί του τον χώρο πριν ακόμα του εξιστορήσουμε το παραμύθι.
Η αφήγηση ξεκινάει. Μπορούμε να κάνουμε και αυτοσχεδιασμό παράλληλα χρησιμοποιώντας υλικά από αυτά, που φτιάξαμε το τσίρκο-δωμάτιο. Σταματάμε την αφήγηση στο σημείο που το παιδί διαβάζει την πινακίδα στους ελέφαντες. Κάνουμε συζήτηση σχετικά με την πληροφορία.
Συνεχίζουμε την αφήγηση. Φτιάχνουμε σε ένα χαρτόνι το δέντρο της συκιάς. Ζητάμε από το παιδί μας να βρει μαζί μας ιδέες για το πέταγμα του Μάκη και να τις γράψει ή να τις ζωγραφίσει μέσα στο δέντρο.
Καταλήγουμε μαζί στο ποια είναι η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα και κάνουμε την αντίστοιχη κατασκευή.
Μπαίνουμε σε ρόλο και αφού τελειώσουμε την αφήγηση, λέμε στο παιδί μας ότι είμαστε ο ήρωας του παραμυθιού, τιμωρημένος στο δωμάτιό του μια ημέρα μετά την εκτόξευση του Μάκη. Ζητάμε από το παιδί μας να κάνει ανίχνευση σκέψης του ήρωα.
Ζητάμε από το παιδί να καταγράψει σε ένα χαρτί όλα του τα όνειρα και το φυλάμε για πάντα. Είναι η πιο πολύτιμη περιουσία του.

Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,
Σοφία Κουκουλά.

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES