Fairy Plays #4: Το παιχνιδάδικο του κυρίου Βάκη

Διάβασμα

της Σοφίας Κουκουλά
Παραμύθι 4
(Η ισχύς εν τη ενώσει…)

Τίτλος: Το παιχνιδάδικο του κυρίου Βάκη

Στο τέλος του δρόμου, εκεί που συναντιόντουσαν οι δυο νερατζίες και σχημάτιζαν μια μεγάλη πράσινη ομπρέλα, στην γωνία με το ξεχαρβαλωμένο φανάρι και το φρεσκοπατημένο από γατίσια πατουσάκια πεζοδρόμιο, βρισκόταν το μαγαζάκι του κυρίου Βάκη. Επί πενήντα ολόκληρα χρόνια ο κύριος Βάκης ερχόταν στις εννιά παρά πέντε το πρωί, κρατώντας τον ελληνικό του καφέ στο ένα χέρι και μια αρμαθιά κλειδιά στο άλλο. Άφηνε τον καφέ του στο πεζούλι, χάιδευε το γατάκι της γειτονιάς, μπουκώνοντας το απαραιτήτως ένα λουκούμι με γεύση τριαντάφυλλο και άρχιζε να ξεκλειδώνει ένα ένα τα λουκέτα, που στο σύνολο τους ήταν έντεκα. Έπειτα σήκωνε με δύναμη τα σιδερένια ρολά, γύριζε το καρτελάκι στην πόρτα και καλωσόριζε την καινούργια ημέρα.

Το μαγαζί είχε μια ξύλινη επιγραφή πάνω από την πόρτα της εισόδου, που έγραφε με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα “ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ” και από κάτω συμπλήρωνε με πιο μικρά κόκκινα γράμματα “Βάκη Λ. Ιωάννου”. Στο κατάστημα μπορούσε το κάθε παιδί να βρει ότι ποθούσε η ψυχή του και ότι είχε ονειρευτεί να αποκτήσει στα πιο τρελά του όνειρα. Το παιχνιδάδικο άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του το 1926. Ιδιοκτήτης του ήταν ο πατέρας του κυρίου Βάκη, ο κύριος Λουκάς ή Λούκης, όπως τον ήξεραν όλοι στην γειτονιά. Στα χέρια του έμεινε μέχρι το 1960 όπου και το παρέδωσε στον πρωτότοκο γιο του και εκείνος αποσύρθηκε στο νησί του και ξεκίνησε το ψάρεμα. Ο κύριος Βάκης ήθελε να βάλει νέο αέρα στο μαγαζί. Το έβαψε, του άλλαξε την επιγραφή, έφερε καινούργια παιχνίδια, ποιότητας άλφα-άλφα και πολύ σύντομα με πολλή δουλειά κατάφερε να το κάνει το καλύτερο παιχνιδάδικο της πόλης.

Κάθε Χριστούγεννα η βιτρίνα γέμιζε με Άγιους-Βασίληδες και φωτεινά λαμWe9 φωτεινά λαμπάκια, που αναβόσβηναν με συνοδεία μουσικής και κάθε Πάσχα κόκκινα αυγά, γελαστοί λαγοί και λαμπάδες στολισμένες με τις ωραιότερες κορδέλες προσέλκυαν τους μικρούς καταναλωτές. Το καλοκαίρι φουσκωτά μπρατσάκια και κουβαδάκια δέσποζαν μπροστά μπροστά ενώ τον Σεπτέμβριο γέμιζε η βιτρίνα με σάκες, τετράδια, μολύβια, ξύστρες, γόμες κι όλα τα απαραίτητα για την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Ο κύριος Βάκης ήταν ένας πετυχημένος έμπορος, που κάθε χρόνο έβλεπε το εμπόρευμα του να αδειάζει και την τσέπη του να γεμίζει λεφτά.

Εκτός όμως από ευτυχής μαγαζάτορας, ήταν και ευτυχέστερος σύζυγος και πατέρας. Η γυναίκα του, η κυρία Φιφή, τον βοηθούσε πότε πότε στο μαγαζί. Το ίδιο και τα τρία τους παιδιά, ο Αργύρης, η Λίλη και η Ελένη, που καθώς μεγάλωναν είχαν την χαρά να παίρνουν πριν από οποιοδήποτε άλλο παιδί, τα πιο ακριβά και τα πιο καινούργια παιχνίδια της αγοράς. Αυτό όμως καθόλου δεν τα έκανε κακομαθημένα. Τις πιο πολλές φορές μοιράζονταν τα παιχνίδια τους με τους φίλους τους και σχεδόν κάθε χρόνο ανήμερα την Πρωτοχρονιά, γέμιζαν τσάντες ολόκληρες με παιχνίδια και μαζί με τον πατέρα τους τα πήγαιναν δώρο στα πιο φτωχά παιδάκια.

Στις αποθήκες, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, ο κύριος Βάκης είχε στοιβάξει όλα εκείνα τα παιχνίδια, που δεν μπορούσαν να πουληθούν. Τα ελαττωματικά μπορούσε να τα επιστρέψει στα εργοστάσια από όπου τα είχε πάρει, μα εκείνα που απλώς δεν ήθελε να τα αγοράσει κανένας δεν μπορούσε να τα δώσει πίσω, οπότε τα είχε στην αποθήκη του. Κάποια από αυτά τα κρατούσε για περισσότερο από εξήντα εβδομήντα χρόνια, από τον καιρό ακόμα του πατέρα του.
Έτσι στο παιχνιδάδικο υπήρχαν δύο βασίλεια. Από την μια μεριά τα παιχνίδια της βιτρίνας, του καταστήματος και των μπροστινών ραφιών και από την άλλη τα ανεπιθύμητα παιχνίδια, εκείνα δηλαδή που δεν τα ήθελε κανείς. Κάθε βράδυ που έσβηναν τα φώτα στο μαγαζί και διπλοκλειδώνονταν τα έντεκα λουκέτα, τα παιχνίδια έπαυαν να είναι ακούνητα και άψυχα όπως νόμιζαν οι άνθρωποι ή όπως νομίζουν ακόμα. Τα παιχνίδια στο μαγαζί της γωνίας ξυπνούσαν, ζούσαν τις ζωές τους και μέχρι να έρθει το επόμενο πρωί διασκέδαζαν στα ξεχωριστά βασίλειά τους. Μέχρι που έμπαινε το κλειδί στο πρώτο λουκέτο όλα τα παιχνίδια έπαιρναν τις αρχικές τους θέσεις και κανένας δεν καταλάβαινε ποτέ τι συνέβαινε στο κατάστημα τα βράδια. Μια μόνο φορά συνέβει κάτι. Η Λίλη, η μεσαία κόρη του κυρίου Βάκη και της κυρίας Φιφής, είχε αφήσει την κούκλα που μιλούσε δίπλα στο χοντρό αρκούδο κι ήταν σίγουρη, τόσο σίγουρη, πως την επόμενη ημέρα την είδε να κοιμάται μέσα στο κόκκινο αυτοκινητάκι παρέα με την φίλη της, την χελώνα Κλο Κλο, όμως επειδή ήταν πολύ μικρή κανένας δεν την πίστεψε.

Η κούκλα που μιλάει και η χελώνα Κλο Κλο, την επόμενη νύχτα από το ατυχές συμβάν, τιμωρήθηκαν σκληρά από τον βασιλιά της μπροστινής πλευράς, τον Λιονταρίνο Μενέλαο και μεταφέρθηκαν βιαίως στο βασίλειο της πίσω πλευράς, στις αποθήκες μαζί με τα ανεπιθύμητα. Μάταια η χελώνα Κλο Κλο, που είχε φάει τα ψωμιά της έκλαιγε κι έλεγε να μην τιμωρήσουν την κούκλα που μιλάει, γιατί δεν έφταιγε εκείνη αλλά η ίδια, που από τα γεράματα ξεχάστηκε με την κουβέντα και παρέσυρε και την μικρή της φίλη να μιλάνε μέχρι το πρωί μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Λιονταρίνος Μενέλαος έδειξε με τα χέρια του τις γενικές αποθήκες και τα στρατιωτάκια της δυτικής πτέρυγας οδήγησαν τις δυο φίλες στην σκοτεινή κι αραχνιασμένη δεξιά αποθήκη.

Τα παιχνίδια της δεξιάς κι αριστερής αποθήκης είχαν για βασιλιά το πιο γέρικο παιχνίδι από όλα. Ο βασιλιάς Σβούρας κι η βασίλισσα Σφεντόνα ήταν οι πιο δίκαιοι και καλοί άρχοντες, που έχουν υπάρξει ποτέ σε βασίλειο. Ίσως γιατί ήταν φτιαγμένοι από ξύλο δέντρου, που είχε χαραχτεί το πιο αθώο σ’ αγαπώ του κόσμου από δυο μικρά παιδιά. Καλοδέχτηκαν την κούκλα που μιλάει και την χελώνα Κλο Κλο και προσπάθησαν να κάνουν την διαμονή τους στο πίσω βασίλειο όσο πιο υποφερτή γινόταν. Τους άφησαν τον χρόνο τους να προσαρμοστούν, δεν τις κούραζαν με δύσκολες δουλειές του βασιλείου και κάθε βράδυ στη γιορτή που γινόταν στην κεντρική πλατεία της δεξιάς αποθήκης τους προσέφεραν τα καλύτερα ανταλλακτικά για να πιούν και να φάνε.

Τα χρόνια περνούσαν και η μπροστινή πλευρά όλο άλλαζε υπηκόους και βασιλιάδες. Στο πίσω βασίλειο προστίθονταν ελάχιστοι ανεπιθύμητοι, αφού ο κύριος Βάκης φρόντιζε να διαλέγει ο ίδιος ένα ένα τα παιχνίδια του και σχεδόν ποτέ δεν έπεφτε έξω στις προβλέψεις του για τα γούστα των παιδιών. Ο Αργύρης, η Λίλη και η Ελένη από παιδιά έγιναν μεγάλοι και αργότερα πιο μεγάλοι και ο καθένας ακολούθησε τα όνειρά του. Ο Αργύρης έγινε δικαστής, η Ελένη μαία και παντρεύτηκε τον γιατρό που δούλευαν μαζί κι η Λίλη έγινε συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Κανένα από τα τρία παιδιά δεν θέλησε να αναλάβει το παιχνιδάδικο, που μοιραία κάποια στιγμή θα έκλεινε.

Η χελώνα Κλο Κλο θυμάται πολύ καλά εκείνη την ημέρα. Ο κύριος Βάκης άνοιξε την πόρτα της δεξιάς αποθήκης και άρχισε να πετάει σε μια σκουπιδοσακούλα τα πρώτα ανεπιθύμητα. Δεν είχε προλάβει να πετάξει αρκετά όταν μπήκε η κυρία Φιφή και του είπε πως τον ζητάνε στο τηλέφωνο. Τότε η χελώνα Κλο Κλο άκουσε τον κύριο Βάκη να λέει ότι την επόμενη ημέρα θα έπρεπε να έρθει το φορτηγό να μαζέψει τα έπιπλα γιατί θα ήταν η τελευταία ημέρα που το κατάστημα θα παρέμενε ανοιχτό. Τα πιο πολλά μπροστινά παιχνίδια είχαν πουληθεί στις εκπτώσεις και τα ελάχιστα που υπήρχαν στα ράφια θα τα πετούσε αφού δεν άξιζαν και τίποτα.

Η χελώνα Κλο Κλο ζήτησε την ίδια κιόλας νύχτα ακρόαση από τον βασιλιά Σβούρα και την βασίλισσα Σφεντόνα και τους εξιστόρησε τα καθέκαστα. Πανικός ξέσπασε σε όλο το βασίλειο, στο οποίο πρόσφατα είχε προστεθεί κι ο Λιονταρίνος Μενέλαος. Μάταια η βασίλισσα προσπαθούσε να ηρεμήσει τα παιχνίδια που κρεμιόντουσαν από τα ράφια και κοιτούσαν πως θα το σκάσουν από τις αποθήκες. Ο Λιονταρίνος Μενέλαος έτρεξε από τους πρώτους και μπήκε στο υποβρύχιο της ναυμαχίας να σωθεί. Γρήγορα τα νέα έφτασαν και στη μπροστινή πλευρά. Κλάμμα και οδυρμός κι εκεί. Τα παιχνίδια έβαζαν τα πράγματα τους στις χαρτοσακούλες και έψαχναν να βρουν τρύπα για να φύγουν. Τότε ακούστηκε μια δυνατή φωνή από την κορυφή ενός πλαστικού βουνού:

“Παιχνίδια! Ακούστε με όλοι! Τοσα χρόνια έχουμε δύο βασίλεια! Τόσα χρόνια διαχωρίζονται τα παιχνίδια σε επιθυμητά κι ανεπιθύμητα! Όμως είναι λάθος! Γιατί τώρα στα δύσκολα όλοι είμαστε ένα! Εμείς οι ελάχιστοι που μείναμε σε αυτό το ξεχωριστό μαγαζί, που έδωσε χαρά σε τόσα παιδάκια από κάθε μεριά αυτής της πόλης, πρέπει να ενωθούμε όχι να εγκαταλείψουμε! Είμαστε παιχνίδια! Γεννηθήκαμε για να παίξουν μαζί μας κι όχι για να βρεθούμε στο πάτο μιας χωματερής! Περιμένω 75 χρόνια την στιγμή που κάποιο παιδικό χέρι θα με στρίψει για να αρχίσω να χορεύω… Μαζί με εμένα, περιμένουν κι αυτός εδώ ο κούκος, η κούκλα που μιλάει, η χελώνα Κλο Κλο, το φιδάκι, το χειροκίνητο αεροπλάνο κι όλοι εσείς, είμαι σίγουρος! Αν φύγουμε τώρα, θα έχουμε χάσει και την τελευταία ευκαιρία να παίξει κάποιο παιδί μαζί μας!”

Όλα τα παιχνίδια συγκινημένα ακούμπησαν κάτω τις χαρτοσακούλες τους και υποκλίθηκαν στον βασιλιά Σβούρα. Τότε ο Λιονταρίνος Μενέλαος πήρε τον λόγο:

“Βασιλιά μου,

Άκουσα τα σοφά λόγια σου και ντρέπομαι που ήμουν από τους πρώτους που μπήκαν στο υποβρύχιο για να το σκάσουν. Μια ζωή σε ζήλευα γιατί εσύ ήσουν ο δίκαιος και εγώ ο σκληρός και άδικος. Πολλά παιχνίδια είναι σήμερα εδώ γιατί εγώ τα έστειλα στα ανεπιθύμητα νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο είναι πιο πιθανό να αγοράσουν εμένα. Όμως τα χρόνια περνούσαν και εγώ έμενα απούλητος μέχρι που ένα πρωί βρέθηκα στην πίσω πλευρά πεταγμένος. Ζητάω συγνώμη από όλους και σας υπόσχομαι ότι αύριο τέτοια ώρα όλοι θα βρίσκεστε στην αγκαλιά ενός παιδιού! Έχω ένα σχέδιο…”

Ο κύριος Βάκης άνοιξε μια ώρα νωρίτερα την επόμενη ημέρα το μαγαζί του. Ήταν τόσο συναισθηματικά φορτισμένος που έπειτα από πενήντα χρόνια θα το έκλεινε σήμερα, που δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του την ώρα που ξεκλείδωνε τα λουκέτα. Μαζί του ήταν κι η Λίλη, που του είχε υποσχεθεί από την προηγούμενη ημέρα, που είχε περάσει από το μαγαζί, ότι δεν θα τον άφηνε μόνο του αυτές τις δύσκολες ώρες. Μαζί σήκωσαν τα ρολά και γύρισαν το καρτελάκι στην πόρτα. Ο κύριος Βάκης ακούμπησε το παλτό του στην κρεμάστρα και σέρνοντας το αριστερό του πόδι πήγε να μαζέψει τα υπόλοιπα παιχνίδια από την αποθήκη. Η Λίλη αφού ξεφύσηξε δυο τρεις φορές πήρε την σκάλα για να πιάσει τα τελευταία παιχνίδια από τα πιο ψηλά ράφια και να τα βάλει στις σκουπιδοσακούλες. Τότε προς έκπληξη της αντίκρυσε δύο παλιές της γνώριμες. Μα ναι! Ήταν η κούκλα που μιλάει και η χελώνα Κλο Κλο! Μα είχε να τις δει τριάντα χρόνια σχεδόν. Πως βρέθηκαν εκεί; Με δακρυσμένα μάτια τις πήρε αγκαλιά και τις κατέβασε από το ράφι. Φίλησε την χελώνα Κλο Κλο στην μουσουδίτσα της και αφού ίσιωσε το φόρεμα της κούκλας που μιλάει, την πάτησε στην αριστερή πλευρά ελαφρά, εκεί που τελείωναν οι μπούκλες της και τότε ως εκ θαύματος ακούστηκε η κούκλα που μιλάει να λέει:

“Θες να παίξουμε;”

Η Λίλη έτρεξε στον πατέρα της και τον αγκάλιασε. Του πήρε τις σκουπιδοσακούλες από τα χέρια και του σκούπισε τα δάκρυα με το μανίκι της.

“Μπαμπά,

Σήμερα για εμάς δεν είναι η τελευταία ημέρα. Σήμερα για εμάς είναι σαν Πρωτοχρονιά, σαν να είναι η πρώτη ημέρα του χρόνου και μιας καινούργιας ζωής. Σήμερα λοιπόν, που είναι σαν Πρωτοχρονιά, αυτά τα παιχνίδια θα πάνε όπως τότε σε παιδιά που δεν έχουν ούτε να… μια σβούρα ας πούμε! Έλα μπαμπά! Μάζεψε τα γρήγορα και πάμε!”

Ο κύριος Βάκης χαμογέλασε με όλη του την καρδιά. Πως δεν το σκέφτηκε κι ο ίδιος; Άρχισε να μαζεύει τραγουδώντας έξαλλα και τα υπόλοιπα παιχνίδια, να ζητάει από την Λίλη να κάνει πιο γρήγορα και να φέρνει κούτες και σακούλες μπροστά στην είσοδο. Αφού τα μάζεψαν όλα μέσα σε λιγότερο από μια ώρα, τα φόρτωσαν στο αυτοκίνητο, έσβησαν μαζί το φως και γύρισαν το καρτελάκι στην είσοδο. Κάπου σε μια κούτα η χελώνα Κλο Κλο είχε ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης και στην πόρτα του παιχνιδάδικου έγραφε με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα:

“ΚΛΕΙΣΤΟΝ”

Τέλος
INFO TIPS για τους γονείς:
Η κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι η συσπείρωση ενός συνόλου ή μιας ομάδας για την επίτευξη ενός στόχου ή για την προστασία των μελών της.
Επιπροσθέτως θίγονται τα θέματα της αλληλεγγύης, της παραδοχής των λαθών μας, της συγνώμης, της ψυχραιμίας σε μια δύσκολη στιγμή, της φιλανθρωπίας, του ποιοι είμαστε και πως χρησιμοποιούμε το χάρισμα μας για το καλό ενός μεγαλύτερου συνόλου και της ψευδαίσθησης οποιασδήποτε μορφής διαχωρισμού όταν όλα καταλήγουν να είναι ένα.

Εκπαιδευτική ηλικία:
Προεφηβική και εφηβική ηλικία 9-14 χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:
Γιατί τα παιχνίδια χρειάζονταν σύνορα;
Γιατί έπρεπε να λειτουργήσουν ως δυο ξεχωριστές κοινωνίες;
Το ίδιο δυνατές ήταν αυτές οι δύο κοινωνίες-βασίλεια πριν ενωθούν και το ίδιο αφού ενώθηκαν στο τέλος;
Χρειάζεται ένας αρχηγός για να καθοδηγεί τα πλήθη;
Ποιο είναι το κέρδος τελικά όταν ενώνονται ασύνδετες φαινομενικά προσωπικότητες, ούτως ώστε να αντιμετωπίσουν ένα κοινό πρόβλημα;
Ποια είναι εν τέλει τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα, σε όλα τα επίπεδα, της συσπείρωσης;

Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:

Πριν ξεκινήσουμε την αφήγηση του παραμυθιού ζητάμε από το παιδί να φτιάξει δύο βασίλεια με τα παιχνίδια του. Στο ένα βασίλειο θα βάλει τα παιχνίδια που του αρέσουν λιγότερο και στο άλλο αυτά που αγαπάει πολύ.

Ξεκινάμε την αφήγηση. Σταματάμε όταν τελειώσει η περιγραφή του κυρίου Βάκη και κάνουμε με το παιδί μας σκηνές καθημερινότητάς του μέσα στο παιχνιδάδικο.
Βάζουμε μια απαλή μουσική και κάνουμε χορευτικό το ξύπνημα των παιχνιδιών.
Συνεχίζουμε την αφήγηση. Φτάνουμε στο σημείο που κρυφακούει η χελώνα Κλο Κλο του τηλεφώνημα του κυρίου Βάκη. Ζητάμε από το παιδί να κάνει έναν αυτοσχεδιασμό με αυτό τηλεφώνημα δείχνοντας μας έτσι και την συνέχεια της ιστορίας. Το επιβραβεύουμε για την προσπάθειά του και του εξιστορούμε την πραγματική συνέχεια του παραμυθιού.
Αφού τελειώσει η αφήγηση ζητάμε από το παιδί να δει ξανά τα δύο βασίλεια που είχε φτιάξει με τα παιχνίδια του. Θα άλλαζε κάτι στην σύσταση των δύο βασιλείων τώρα; Ποια αντιστοιχία θα μπορούσε να κάνει μεταξύ του παραμυθιού και των ομάδων που συναντάει καθημερινά μέσα στην τάξη του ή στο προαύλιο του σχολείου του;
Ζητάμε από το παιδί να ζωγραφίσει τα παιχνίδια δέκα ημέρες μετά το κλείσιμο του μαγαζιού.

Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,
Σοφία Κουκουλά.

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES