Fairy Plays #3: Ένας σκύλος που τον έλεγαν Γουφ

Διάβασμα

(Δείξε μου τον φίλο σου…)

Τίτλος: Ένας σκύλος που τον έλεγαν Γουφ

Πολλά μίλια μακρυά από εδώ βρίσκεται μια μεγαλούπολη με κτίρια ψηλά, μέχρι τον ουρανό, με ατέλειωτους δρόμους γεμάτους φώτα, αυτοκίνητα και μπελάδες και με ανθρώπους βιαστικούς, που τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους, πέφτοντας αφηρημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Σ’ αυτήν την πόλη, που είναι γεμάτη ενοχλητικά κορναρίσματα και εκνευριστικά χτυπήματα δαχτύλων πάνω σε πληκτρολόγια ηλεκτρονικών υπολογιστών, κανείς δεν μιλάει σε κανέναν. Όλοι συννενοούνται με γραπτά μηνύματα ή με e-mail ή ακόμα και με σημειώματα κολλημένα στα ψυγεία, στις πόρτες και στους καθρέφτες, αν τυχαίνει και μένουν στο ίδιο σπίτι.

Χρόνια έχει ν’ ακουστεί ανθρώπινη φωνή σε αυτή την μεριά του πλανήτη. Δεν υπάρχει κάποιος ειδικός νόμος, που να απαγορεύει την συνομιλία μεταξύ δύο ανθρώπων. Απλώς στην αρχή οι άνθρωποι δούλευαν πάρα πολύ και δεν προλάβαιναν να μιλήσουν μεταξύ τους ενώ τον λίγο χρόνο που είχαν να αφιερώσουν στον εαυτό τους, προτιμούσαν να ξεκουράζονται ή να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια για να χαλαρώσουν. Έτσι έλεγαν μόνο τα απαραίτητα ο ένας στον άλλο για να κερδίζουν χρόνο ξεκούρασης. Με τα χρόνια σταμάτησαν και να χαιρετιούνται, γιατί το θεωρούσαν περιττό. Αρκούσε ένα νεύμα ή μια χειραψία. Ώσπου στο τέλος ξεχάσανε να μιλάνε.

Όταν κάποιος ήθελε να βγάλει εισιτήρια στο θέατρο για παράδειγμα, έδειχνε με τα δάχτυλα του στην ταμία πόσα εισιτήρια ήθελε, εκείνη κουνούσε καταφατικά το κεφάλι, έπαιρνε την πιστωτική κάρτα του πελάτη και χρέωνε το ποσό. Οι ηθοποιοί στην παράσταση έκαναν παντομίμα αφού είχαν ξεχάσει να μιλάνε. Στο τέλος της παράστασης όλοι χειροκροτούσαν δυνατά αλλά κανένας δεν επευφημούσε τους ηθοποιούς αν και εφόσον ήταν καλή η παράσταση. Οι άνθρωποι γνωρίζονταν και παντρευόντουσαν μέσω αγγελιών. Ενώ όποτε ήθελε να βγει ο δήμαρχος στην τηλεόραση να κάνει δηλώσεις, υπήρχε πάντα κάποιος δίπλα του που κρατούσε κάτι μεγάλες φωτεινές πινακίδες, που παρουσίαζαν γραμμένα αυτά που ήθελε να πει.

Σ’ αυτή την πόλη έμενε και ένα μικρό κορίτσι με την μαμά του και τον μπαμπά του. Στον 67ο όροφο ενός ουρανοξύστη, στο διαμέρισμα 341, στην καφέ πόρτα αριστερά από τον ανελκυστήρα. Το κορίτσι είχε κόκκινα πλεγμένα μαλλιά και ένα κενό ανάμεσα στα πάνω μπροστινά δόντια. Είχε επίσης δυο αδύνατα ποδαράκια σαν καλαμάκια και φορούσε πάντα ριγέ κάλτσες, με την μία από τα δεξιά πάντα ξηλωμένη να της πέφτει. Κάθε πρωί η μαμά της την φιλούσε στο μέτωπο, την άφηνε στην στάση του λεωφορείου και έφευγε γρήγορα με το αυτοκίνητο της, για να πάει στην δουλειά. Το κορίτσι πήγαινε στο σχολείο, διάβαζε στον υπολογιστή του αυτά που τους έστελνε η δασκάλα, έβγαινε διάλλειμα μαζί με τα άλλα παιδιά, καθόταν στην σειρά για να πάρει το κολλατσιό του, γυρνούσε στην τάξη, άνοιγε τον υπολογιστή, χτυπούσε το κουδούνι και σχολούσε, γυρνούσε σπίτι, έβλεπε τηλεόραση με υπότιτλους, διάβαζε τα μαθήματά του, έτρωγε και λίγο πριν γυρίσουν οι γονείς του το βράδυ από την δουλειά, είχε κιόλας αποκοιμηθεί. Κάθε ημέρα το ίδιο πρόγραμμα.

Οι άνθρωποι σ’ αυτήν την πόλη δεν έχουν ονόματα, αφού δεν χρειάζεται κανείς να τους φωνάξει για να έρθουν. Έχουν αριθμούς κολλημένους στα ρούχα τους, για να μπορούν να ξεχωρίζουν ο ένας από τον άλλο και για να μπορούν να στέλνουν μηνύματα ο ένας στον άλλο με περισσότερη ευκολία. Για παράδειγμα πληκτρολογούν το 125 που είναι ο ιδιοκτήτης του καλύτερου εστιατορίου στην πόλη, γράφουν τι θέλουν να φάνε και σε 10 λεπτά το φαγητό είναι στην πόρτα τους. Ή αν ο μπροστινός σε μια ουρά στην τράπεζα καθυστερεί τις συναλλαγές του, ο αμέσως επόμενος θα δει τον αριθμό κολλημένο στην πλάτη αυτού που αργεί και θα του στείλει αμέσως μήνυμα λέγοντας του ευγενικά να τελειώνει. Το κορίτσι του 67ου ορόφου ήταν το 1.234.111 και είχε κολλήσει με τσίχλα πάνω στην σχολική του τσάντα μια αυτοσχέδια κονκάρδα με τον αριθμό της.

Ένα άλλο περίεργο που είχε αυτή η πόλη είναι ότι είχαν εξαφανιστεί όλα τα κατοικίδια. Δεδομένου ότι τα αφεντικά τους, δεν θυμόντουσαν πως να μιλήσουν πια, δεν μπορούσαν να τα εκπαιδεύσουν οπότε σιγά σιγά τα ζώα εξαφανίστηκαν από την παράξενη αυτή πόλη. Έτσι η 1.234.111 ή αλλιώς το κορίτσι της ιστορίας μας, δεν είχε δει ποτέ στην ζωή του ούτε ένα τόσο δα ζωάκι. Ούτε σκυλάκι, ούτε γατάκι, ούτε καν ένα σπουργιτάκι. Φανταστείτε ήταν 10 χρονών και δεν ήξερε ότι για παράδειγμα το τρίχωμα μιας γατούλας είναι μαλακό σαν μετάξι. Ούτε ότι το αρσενικό καναρίνι κελαηδάει κάθε πρωί και ξυπνάει τους ιδιοκτήτες του. Ούτε ακόμα ότι τα περιστέρια τρέφονται με το σουσάμι από τα κουλούρια. Δεν είχε δει ποτέ μα ποτέ ένα ζωάκι στην ζωή του.

Εκείνο το πρωί η μαμά άφησε το κορίτσι στην στάση όπως κάθε ημέρα. Για κάποιο λόγο όμως το λεωφορείο αργούσε πολύ να έρθει και η μικρή επειδή φοβήθηκε μήπως καθυστερήσει στο μάθημα, αποφάσισε να πάει με τα πόδια. Πήρε λοιπόν την μεγάλη κατηφόρα και άρχισε να περπατά προς την λεωφόρο. Διέσχισε το μαγαζί με τα παλιά έπιπλα, τον φούρνο της γωνίας, την τριώροφη σχολή χορού και το ζαχαροπλαστείο και έστριψε αριστερά στο στενό για να κόψει δρόμο. Επειδή ήταν μικρούλα, συνήθως στους πολυσύχναστους δρόμους δεν την καταλάβαιναν και έπρεπε να κάνει ελιγμούς για να μην την ποδοπατήσουν. Ενώ από τα στενά θα είχε την ησυχία της, γιατί δεν περνούσε και κανείς. Χάζευε τα παράθυρα των ισογείων και έγλυφε ένα γλυφιτζούρι που της είχε χώσει η μαμά στην τσάντα, όταν ξαφνικά άκουσε ένα παράξενο ήχο. Το κορίτσι τα έχασε! Κοίταξε στην αρχή το κινητό του μήπως ήταν κάποιος καινούργιος ήχος, που είχε ξεχάσει πως είχε. Κοίταξε γύρω του μήπως περνούσε κανείς και δεν τον είχε αντιληφθεί, μα ερημιά. Τα σπίτια και τα παράθυρα κλειστά. Ξαφνικά μια αναποδογυρισμένη κούτα βρέθηκε μπροστά στα πόδια της μικρής. Ο ήχος ερχόταν από αυτή την κούτα! Ακόμα χειρότερα αυτή η κούτα κουνιόταν χωρίς να είναι συνδεδεμένη κάπου! Το κορίτσι έσκυψε διστακτικά, πήρε μια ανάσα, έκλεισε τα μάτια του και σαν να τραβούσε τσιρότο σήκωσε την κούτα να δει τι υπάρχει από κάτω. Ξαφνιάστηκε όταν πήδηξε κατά πάνω της ένα περίεργο πράγμα με 5 πόδια και άρχισε να την γλύφει φωνάζοντας “Γουφ! Γουφ” συνέχεια κουνώντας το 5ο του πόδι πέρα δώθε. Το κορίτσι αφού ξεπέρασε το πρώτο σοκ, έπιασε στα δυο του χέρια το “Γουφ” και άρχισε να εξετάζει προσεκτικά αν έχει κάπου τρύπα καλωδίου ή ήταν τηλεκατευθυνόμενο. Συμπέρανε ότι δεν ήταν ηλεκτρονικό μα αληθινό και τότε μια τρελή ιδέα της μπήκε στο μυαλό! Το “Γουφ” δεν μπορούσε να μείνει σε εκείνη την άθλια κούτα για πάντα, έπρεπε να βρει γρήγορα ένα σπίτι!

Το σπίτι στον 67ο όροφο ήταν το ιδανικό. Ούτε πολύ κρύο ούτε πολύ ζεστό. Το κορίτσι τύλιξε στο παλτό του το “Γουφ” και έτρεξε πίσω στο σπίτι. Ευτυχώς οι άνθρωποι τριγύρω ήταν απορροφημένοι στις ασχολίες τους και δεν ρωτούσαν τι και πως βλέποντας ένα κορίτσι να κρατά ένα φουσκωμένο παλτό στα δυο του χέρια και να τρέχει στο δρόμο. Έφτασε στο σπίτι, κλείδωσε καλά την πόρτα και γέμισε την μπανιέρα με νερό. Αφού έπλυνε καλά καλά το “Γουφ”, του στέγνωσε τα μαλλιά με το πιστολάκι, του έριξε άρωμα από την μαμά και το τάισε γάλα από το παλιό της μπιμπερό. Έπειτα πήρε δυο τρια πουλόβερ της και τα έκανε κρεββάτι μέσα στη ντουλάπα της και το έβαλε μέσα να κοιμηθεί. Σκέφτηκε ότι πολλές φορές κοιμόταν κι εκείνη αγκαλιά με τα ρούχα της μαμάς κι έτσι δεν φοβόταν τα βράδια, που αργούσαν να γυρίσουν από την δουλειά, άρα όταν εκείνη θα έλειπε το “Γουφ” θα ένιωθε ασφαλές.

Το κορίτσι αποφάσισε να μην πει τίποτα στους γονείς του, μέχρι να βρει μια πιο μόνιμη λύση για τον καινούργιο της περίεργο φίλο. Η συμβίωση μαζί του κρυφά από τους γονείς της ήταν από την μια περιπετειώδης και από την άλλη διασκεδαστική. Τα βράδια κοιμόταν αγκαλιά του για να μην γαβγίζει και τους ξυπνάει. Το πρωί έβαζε δυνατά μουσική -χωρίς λόγια εννοείται- έτρεχε στην κουζίνα πριν ξυπνήσουν οι γονείς της, έπαιρνε φαγώσιμα και τάιζε τον μικρό. Ενώ όταν έλειπε στο σχολείο, άφηνε ανοιχτή την τηλεόραση σε μουσικά κανάλια, για να μην καταλάβουν οι υπόλοιποι ότι έκρυβε έναν εξωγήινο σπίτι τους.

Εν τω μεταξύ οι ημέρες περνούσαν. Το κορίτσι από εκεί που ήταν αδιάφορο σαν όλα τα άλλα, άρχισε να αλλάζει. Πρώτες διέκριναν την διαφορά οι δασκάλες της. Το κορίτσι ήταν χαρούμενο. Τα μάτια του έλαμπαν. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να έχουν μια ανυπομονησία. Τα χείλη του γελούσαν κρυφά όταν ξεχνιόταν και συχνά ονειροπολούσε. Οι δασκάλες μετέφεραν τις ανησυχίες τους στον διευθυντή του σχολείου και εκείνος με την σειρά του ειδοποίησε τους γονείς. Οτιδήποτε έβγαζε την κοινωνία από την καλά δομημένη μορφή της ήταν προειδοποίηση για αφύπνιση. Οι γονείς έγραψαν στον διευθυντή ότι θα πάρουν τα μέτρα τους και άρχισαν να παρατηρούν αθόρυβα το παιδί. Δεν είχε αλλάξει όμως κάτι από τις συνήθειές του και για αυτό πολύ γρήγορα ησύχασαν και ξανα γύρισαν στην καθημερινότητά τους.

Το μυστικό του 67ου ορόφου όμως δεν άργησε να αποκαλυφθεί. Το κορίτσι ένα βράδυ ήταν πολύ κουρασμένο και αποκοιμήθηκε πάνω στο tablet διαβάζοντας τα μαθήματά του. Το άλλο πρωι ο μικρός της φίλος άρχισε να την γλύφει για να ξυπνήσει μα εκείνη τίποτα. Τότε ακούστηκε το πρώτο γάβγισμα κι ύστερα το δεύτερο και το επόμενο ώσπου άνοιξε η πόρτα και έντρομη η μαμά του κοριτσιού είδε ένα παράξενο τετράποδο να γλύφει την μικρή και να πηγαίνει πάνω κάτω και πέρα δώθε και ξανά πάνω κάτω και δώστου πέρα δώθε. Δεν έχασε καιρό και ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία, ξύπνησε τον άντρα της με ένα χτύπημα στην πλάτη και άρχισε να ταρακουνάει την μικρή να ξυπνήσει. Όταν το κορίτσι κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί έβαλε τα κλάμματα και μην ξέροντας πως να μιλήσει άρχισε να τραβάει την μαμά του από την φούστα και να την παρακαλάει να μην κάνει κακό στο εξωγήινο της. Η αστυνομία ήρθε σε λίγα λεπτά και ζήτησε να δει τον δράστη. Η μαμά υπέδειξε με το δάχτυλό της το δωμάτιο του παιδιού και τότε κάτι εξωπραγματικό και μεγαλειώδες συνέβει. Η μικρή άφησε την φούστα της μαμάς, σκαρφάλωσε πρώτα στον καναπέ κι ύστερα στην πλάτη ενός αστυνομικού και φώναξε δυνατά:

“ΓΟΥΦ! ΓΟΥΦ! ΓΟΥΦ!”

Μπορεί να μην ήταν οι πιο σημαντικές πρώτες λέξεις, που ακούστηκαν σε αυτή την πόλη μετά από τόσα χρόνια αλλά ήταν λέξεις. Στην αρχή όλοι πάγωσαν. Τι να σήμαινε αλήθεια η λέξη Γουφ; Το κορίτσι έγινε είδηση στα δελτία ως ο πρώτος άνθρωπος που μίλησε μετά από χρόνια στην μεγαλούπολη. Όλοι αναστατωμένοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Μετά τις πρώτες θύελλες αντιδράσεων, τα πνεύματα άρχισαν να ηρεμούν. Οι άνθρωποι κατάλαβαν τι είχαν χάσει τόσα χρόνια. Ακόμα και οι πιο συντηρητικοί υποχώρησαν με τον καιρό. Σιγά σιγά με αφορμή την ιστορία του κοριτσιού άρχισαν να γίνονται οι πρώτες δειλές προσπάθειες στα σχολεία ένταξης της προφορικής γλώσσας ενώ και ενδοοικογενειακά τα μέλη της κάθε οικογένειας, με την βοήθεια δασκάλων από άλλες χώρες, έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα προφορικών. Μέσα σε ένα χρόνο οι άνθρωποι είχαν αρχίσει πάλι να μιλάνε. Μετά από δύο χρόνια τα κατοικίδια είχαν επιστρέψει στα σπίτια και στις αυλές των πολιτών και με την βοήθεια των γηραιότερων, που είχαν κάποτε ζωάκια στα σπίτια τους και γνώριζαν πως ένας σκύλος δεν είναι εξωγήινος, άρχισε να γίνεται και η εκπαίδευση τους. Το κορίτσι παρέμεινε χαρούμενο. Κράτησε τον μικρό της φίλο για πάντα κοντά της και μεγαλώσανε μαζί στον 67ο όροφο ενός ουρανοξύστη, στο 341 διαμέρισμα, με την καφέ πόρτα αριστερά από τον ανελκυστήρα και κάθε φορά που ήθελε να του πει πως τον αγαπάει, αρκούσε να σταθεί απέναντι του, να του χαιδέψει την μουσούδα και να του πει “Γουφ! Γουφ! Γουφ!” με όλη της την δύναμη.

Τέλος

INFO TIPS για τους γονείς:
Η κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι η δύναμη της φιλίας.
Άλλα θέματα που θίγονται είναι η αξία ενός κατοικιδίου στην ζωή του παιδιού μας, η αποξένωση στις μεγάλες πόλεις, η αλόγιστη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών και η αξία της διαπροσωπικής σχέσης και επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.
Εκπαιδευτική ηλικία:
Προεφηβική και εφηβική ηλικία 9-14 χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:

Γιατί οι άνθρωποι αποξενώνονται;
Πως μοιάζουν οι άνθρωποι όταν τελικά αποξενωθούν:
Πόσο σημαντικός είναι ο διάλογος στην ζωή μας;
Πόσο σημαντικό είναι να έχουμε φίλους;
Τι μας προσφέρουν οι φίλοι μας;
Μπορεί ο φίλος να μας εξελίξει και να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους;
Τι είναι φιλία;

Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:
Κάνουμε το παιχνίδι του τυφλού αλλά ανάποδα. Δένουμε με ένα μαντήλι τα μάτια του παιδιού και του λέμε να περπατήσει μέσα στο σπίτι υποθέτοντας ότι είναι ένας κάτοικος της μεγαλούπολής. Αφού περάσουν 5 λεπτά του λέμε ότι αυτόν τον κάτοικο τον επισκέφτηκε ένας φίλος από τα παλιά και περπατάμε τώρα εμείς μαζί με το παιδί ως ο φίλος που τον οδηγεί μέσα στην πόλη. Πόσο διαφορετική είναι η αίσθηση όταν μπορείς να στηριχτείς σε κάποιον;

Σε δύο μεγάλα χαρτόνια ζωγραφίζουμε δυο ανθρώπους. Ο ένας είναι κάτοικος της μεγαλούπολης και ο άλλος είναι κάτοικος μιας άλλης πόλης, που οι άνθρωποι ακόμα μιλάνε. Παίρνουμε δύο μαρκαδόρους και σημειώνουμε μέσα στις ζωγραφιές σκέψεις των δύο ανθρώπων πχ ο αποξενωμένος άνθρωπος με το που ξυπνάει σκέφτεται “Να στείλω το e-mail που ξέχασα να στείλω το βράδυ!” ενώ ο κοινωνικός άνθρωπος σκέφτεται “Τι ευγενικός που είναι ο γείτονάς μου!”.

Φτιάχνουμε σε ζωγραφιά την γκρίζα πόλη.

Μοιράζουμε ρόλους και κάνουμε σκηνές από την καθημερινότητα του Γουφ και του κοριτσιού. Αν βρισκόμαστε στο σπίτι με το παιδί μας είναι ιδανικό να φτιάξουμε και την κρυψώνα μέσα στη ντουλάπα.

Μετά από αυτό το παιχνίδι προσθέτουμε χρώμα στην ζωγραφιά με την γκρίζα πόλη. Πόσο διαφορετική φαίνεται τώρα η ζωγραφιά;

Προτρέπουμε το παιδί να φέρει σε αντιστοιχία την σχέση σκύλου-κοριτσιού με μια δική του φιλική σχέση κι αν θέλει να καταγράψει τις σκέψεις του χωρίς απαραίτητα να μας τις παρουσιάσει.

Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,
Σοφία Κουκουλά.

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES