Fairy-plays #2: To χταποδάκι που φοβόταν το νερό Παραμύθι δύο της Σοφίας Κουκουλά (Τράβα μπρος και μην φοβάσαι)

Διάβασμα

Τίτλος: Το χταποδάκι που φοβόταν το νερό

by Σοφία Κουκουλά

Μια φορά κι έναν καιρό και χίλιες θάλασσες πιο μακρυά από την δική μας, απλωνόταν μια τεράστια υποθαλάσσια ψαροχώρα με όλων των λογιών τους κατοίκους. Σαρδέλες από την Κορσική, καλαμάρια από τις Σπέτσες, μπαρμπούνια από τον Ινδικό Ωκεανό και ο κατάλογος με τους θαλάσσιους μετανάστατες δεν σταματά. Επρόκειτο για οικονομικούς μετανάστες καθώς τα νερά σ’ αυτή την χώρα ήταν πιο πρόσφορα για εύρεση εργασίας κι η εγκατάσταση γινόταν με ευνοϊκότερες συνθήκες. Αυτό συνέβαινε γιατί αυτή την θάλασσα δεν την είχαν ανακαλύψει οι άνθρωποι ακόμα κι έτσι δεν ψάρευαν ούτε κολυμπούσαν σ’ αυτήν ούτε πετούσαν σκουπίδια από τα καράβια τους. Το όνομα της ψαροχώρας, που εκτινόταν σε εκαντοντάδες χιλιάδες ναυτικά μίλια ήταν Ψαρωμένα Υποθαλάσσια Τμήματα και για χάρη συντομίας την αποκαλούσαν ΨΥΤ.
Έτσι μέσα στις δεκαετίες η ΨΥΤ αναπτύχθηκε με ραγδαίους ρυθμούς. Χτίστηκαν πολυτελείς ουρανοξύστες, φτιάχτηκαν μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι, άνοιξαν οι αγορές και δόθηκαν στεγαστικά δάνεια από τις τράπεζες, ανεξαιρέτως σε όλους. Παντού έβλεπες χαρούμενα πρόσωπα ψαριών ν’ ανταλλάζουν βλέμματα ικανοποίησης. Μα μη νομίζετε ότι σ’ αυτή την χώρα μόνο δούλευαν. Το ωράριο τους ήταν τόσο ευέλικτο, που τους έμενε άπλετος χρόνος για να παίξουν με τα παιδιά τους, τα χταπόδια να κάνουν την γυμναστική τους, για να μην ατροφήσουν τα πλοκάμια τους από την καθιστική ζωή, τα ψάρια να καθαρίσουν τα λέπια τους και γενικά ν’ αφιερώσουν χρόνο στην προσωπική τους ζωή. Ήταν η ιδανική χώρα για κάθε ψάρι, που σεβόταν τον εαυτό του και τα όνειρά του.
Στα προάστια του κέντρου, έμενε η οικογένεια Χταποδιονιόνι. Η οικογένεια είχε πρόσφατα μετακομίσει στην ΨΥΤ, ερχόμενη από το Monte Argentario της Τοσκάνης και αποτελούταν από έναν μπαμπά, μία μαμά και δώδεκα μικρά χταποδάκια. Ο μπαμπάς Χταποδιονιόνι ήταν ένας εξαιρετικός μάγειρας και είχε βρει δουλειά σε ένα ιταλικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Κάθε πρωί έφευγε σχεδόν αξημέρωτα από το σπίτι, για να κατέβει στην αγορά και να βρει πρώτος τα πιο φρέσκια φύκια για το μαγαζί του και να τ’ αγοράσει. Η μαμά Χταποδιονιόνι φρόντιζε το σπίτι και τα παιδιά. Φανταστείτε ότι έπρεπε να πλένει κάθε ημέρα 96 πατουσάκια! Τα παιδιά, αφού τους ετοίμαζε η μαμά για το σχολείο, έφευγαν όλα μαζί χεράκι χεράκι, προσέχοντας πάντα πώς θα περάσουν τον δρόμο και με τον ίδιο τρόπο γύριζαν κάθε μεσημέρι σπίτι, βρίσκοντας το τραπέζι στρωμένο με τα πιο υπέροχα φαγητά του θαλάσσιου κόσμου!
Ο πιο μικρός της οικογένειας και ο πιο ζωηρός ήταν ο Leonardo. Ένα τρισχαριτωμένο χταποδάκι, που του άρεσε να παίζει μπάλα στα διαλλείματα, να τρώει παγωτό με γεύση φύκι του δάσους και να πειράζει τις αδερφές του με διάφορες φάρσες όταν εκείνες προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μαθήματα της αυριανής ημέρας. Ο Leonardo ήταν επίσης ένας μικρός εξερευνητής. Όσο και να τον μάλωνε η μαμά του για τις σκανταλιές του, καμάρωνε κρυφά που ο γιος της ήταν ένα παιδί γεμάτο όρεξη και περιέργεια για την ζωή. Πολλές φορές είχε τύχει να την κουράσει με τον καταιγισμό των ερωτήσεων του αλλά βαθιά μέσα της ήξερε ότι αυτό το παιδί θα πήγαινε πολύ ψηλά μια ημέρα, γιατί όπως έλεγε κι η γιαγιά της Σοφία Πλοκαμινιέρο “όσο ρωτάς μαθαίνεις κι όσο μαθαίνεις προχωράς”.
Ο Leonardo δεν άργησε να πάει ψηλά. Συγκεκριμένα ψηλά στην επιφάνεια. Ήταν Σάββατο πρωί και η μαμά τον είχε στείλει στο μπακάλικο να πάρει λίγο φυκιστίκι για να φτιάξει γλυκό. Ο νεαρός ταραξίας δεν είχε καμία διάθεση μια τέτοια ημέρα να γυρίσει νωρίς σπίτι. Πήγαινε λοιπόν όσο πιο αργά μπορούσε, χάζευε βιτρίνες, έλυνε και ξανά έδενε τα κορδόνια του -αυτό χρειαζόταν μια κάμια ώρα- και γενικά χαζολογούσε. Τότε ήταν που ξαφνικά μαύρισε ο τόπος. Αυτό δεν ήταν ανεξήγητο. Εκείνη την ώρα περνούσε μια μικρή σουπιά πάνω από το κεφάλι του, η Αλίκη, γειτόνισσα της οικογένειας Χταποδιονιόνι. Η Αλίκη προσπαθούσε να μάθει να κολυμπάει αλλά δυσκολευόταν. Ο Leonardo σκέφτηκε πως αν έπαιζαν κηνυγητό θα την βοηθούσε να αναπτύξει ταχύτητα και τελικά να κολυμπήσει. Άρχισε τότε να την κηνυγάει κι η μικρή σουπιά όντως άρχισε να πηγαίνει πιο γρήγορα. Παιχνίδι στο παιχνίδι τα δυο παιδιά άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το σπίτια τους και σε λίγο ολόκληρη η ΨΥΤ άρχισε να φαίνεται μια κουκίδα.
Σε μια στιγμή έγιναν όλα. Ο Leonardo κοίταξε κάτω και ζαλίστηκε από την απόσταση που είχαν διανύσει. Μέχρι να πιάσει την Αλίκη από τα πτερύγια για να κατέβουν πάλι στον βυθό ένα τεράστιο διχτυωτό πράγμα ήρθε και τα παρέσυρε όλα στα πέρασμά του. Ψάρια, που μόλις έφταναν στην ΨΥΤ για εγκατάσταση, μικροοργανισμοί, που αρέσκονταν να βρίσκονται πιο κοντά στην επιφάνεια του νερού, όστρακα που επέστρεφαν από επαγγελματικά ταξίδια, μαζί κι η Αλίκη εγκλωβίστηκαν σ’ αυτό το τεράστιο δίχτυ που τα τραβούσε έξω από το νερό. Ο μικρός εξερευνητής τα έχασε. Άρχισε να κολυμπά με δύναμη προς τα πάνω, σκαρφάλωσε σ’ έναν βράχο και τότε είδε το καϊκι που μάζευε τα ψάρια. Είχε ακούσει γι’ αυτά τα μεγάλα ξύλινα πράγματα, που τα οδηγούν κάτι περίεργα διποδα ψάρια, που τα λένε ανθρώπους. Είχε ακούσει από τον παππού του, τον ναυτικό καπετάν Βεντουζιανίνο, πόσο επικίνδυνοι είναι οι άνθρωποι και πως δεν έπρεπε να τους πλησιάζουν τα υπόλοιπα ψάρια όμως αυτό που τώρα έβλεπε ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Τα πόδια του και τα οχτώ κοκκάλωσαν, αγκάλιασαν τον βράχο σαν να ήταν το μόνο ασφαλές μέρος σε ολόκληρο τον κόσμο κι έμειναν εκεί μέχρι που έπεσε η νύχτα.
Τα νέα δεν άργησαν να κάνουν το γύρο της ΨΥΤ. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν το περιστατικό στην αστυνομία, η οποία εξαπέλυσε ψαροκηνυγητό για να εντοπίσει τους αγνοούμενους και να καταγράψει πιθανά θύματα. Όλη ημέρα έπαιζαν ειδήσεις στην τηλεόραση για να ενημερώνεται ο κόσμος. Τα περισσότερα ταξίδια στο εξωτερικό ακυρώθηκαν. Όλος ο ψαρόκοσμος συγκλονισμένος περίμενε τις εξελίξεις. Όταν οι γονείς Χταποδιονιόνι ενημερώθηκαν ότι το παιδί τους βρέθηκε πάνω στον βράχο, δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης γέμισαν τα μάγουλά τους. Μια ειδική ομάδα διάσωσης ανέβηκε στην επιφάνεια και με περίσσια τόλμη πλησίασε το παιδί. Ο μικρός Leonardo όμως είχε πάρει μια μεγάλη απόφαση, το νερό ήταν πια πολύ επικίνδυνο γι’ αυτόν, δεν θα βουτούσε ποτέ ξανά μέσα.
Μάταια προσπάθησαν για ημέρες να του αλλάξουν γνώμη. Μα που ακούστηκε χταπόδι να φοβάται το νερό! Φίλοι, γνωστοί της οικογένειας, οι αρχές του τόπου, μέχρι κι ο πρόεδρος της ΨΥΤ ανέβηκαν στην επιφάνεια και προσπάθησαν να του αλλάξουν γνώμη μα χαμένος κόπος. Ο Leonardo δεν έβαζε ούτε το μισό του πλοκαμάκι στο νερό. Νύχτα ημέρα η μαμά του έμενε στο πλευρό του προσπαθώντας να τον περιποιηθεί όπως μπορούσε. Του χτένιζε τα μαλλάκια του, του μούσκευε τα πατουσάκια με ένα πανί, τον τάιζε γλυκό φυκιστίκι, που του άρεσε πολύ. Ο μικρός εξερευνητής είχε αρχίσει να αδυνατίζει πολύ. Ήταν έτοιμος να πάθει και ηλίαση αλλά η μαμά Χταποδιονιόνι του έφερε μια ομπρέλα θαλάσσης να τον προστατεύει. Δεν μπορούσε όμως να συνεχιστεί για πολύ αυτή κατάσταση. Κάθε τόσο ανέβαινε ο μπαμπάς στην επιφάνεια και πότε τον καλόπιανε να κατέβουν μαζί σπίτι, πότε του έβαζε τις φωνές ότι είναι κουτό ένα χταπόδι να φοβάται το νερό ή άλλες φορές τον δωροδοκούσε με καβουροβόλους κι άλλα παιχνίδια. Καμία ελπίδα. Ο Leonardo είχε κολλήσει στον βράχο και δεν έφευγε με τίποτα.
Πέρασαν μήνες. Ήρθε ο χειμώνας. Η οικογένεια Χταποδιονιόνι μοιραζόταν πια στα δυο μήκη της ΨΥΤ. Ο Leonardo είχε κουραστεί κι ο ίδιος. Από την μια ήθελε να ξανα γίνει η ζωή του φυσιολογική, ένιωθε και ενοχές για την μαμά του και τον μπαμπά του, που τους ταλαιπωρούσε, από την άλλη φοβόταν πολύ. Πλησίαζαν οι γιορτές όταν επιτράπηκαν πάλι οι μετακινήσεις από και προς το εξωτερικό. Η γιαγιά Σοφία Πλοκαμινιέρο πήρε το πρώτο δελφίνι και έφτασε στην ΨΥΤ. Αφού είδε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ζήτησε από την μαμά Χταποδιονιόνι να την οδηγήσει στον εγγονό της. Απαίτησε τότε από τους άλλους να την αφήσουν μόνη μαζί του για να τα πουν και πήρε το πανάκι και άρχισε να του πλένει τα πλοκάμια. Ο μικρός, που χάρηκε που είδε την γιαγιά του δεν λογάριασε το άφθονο νερό που άρχισε να τρέχει στο σώμα του. Τότε η γιαγιά του άρχισε να του μιλάει:

” Αγόρι μου,

Θα ‘ναι πράγματι τρομερό, αυτό που σου συνέβει. Καταλαβαίνω απόλυτα τον φόβο σου και δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι ότι δεν είναι φυσιολογικό να φοβάσαι το νερό. Όλοι κάτι φοβόμαστε. Εγώ για παράδειγμα φοβάμαι τις τσούχτρες. Το μικρό ψάρι φοβάται το μεγάλο. Ο παππούς σου, ο ξακουστός ναυτικός καπετάν Βεντουζιανίνο, έλεγε πως κι οι άνθρωποι φοβούνται τους καρχαρίες. Ακους; Τους καρχαρίες, που ο μπαμπάς σου κάθε Κυριακή παίζει φιλικό μαζί τους. Όλοι λοιπόν, κάτι φοβόμαστε. Ξέρεις τι είναι αυτό που μας κάνει και προχωράμε όμως όλο και πιο ψηλά;”

Ο μικρός κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

“Η περιέργεια. Ναι. Να δούμε τι έχει παρακάτω να μας πει η ζωή. Γιατί όλοι έχουμε μια καρδιά που διψάει να μάθει, να δει, να καταλάβει. Κι ας φοβόμαστε, δεν πειράζει. Ο φόβος θα μένει εκεί όσο πιστεύουμε ότι υπάρχει. Ας προχωρήσουμε μαζί του. Όμως ας προχωρήσουμε. Γιατί προχωρόντας βλέπεις πράγματα πολύ πιο ενδιαφέροντα από τον φόβο σου και τον μετά από λίγο τον ξεχνάς κι ύστερα σε ξεχνάει κι αυτός ώσπου κάποτε παύει να υπάρχει. Ο άνθρωπος δεν είναι κακός. Είναι περίεργος. Κι αυτό είναι που τον κάνει σπουδαίο εξερευνητή. Κι εσύ θα κάνεις αυτό που είναι να κάνεις για να συνεχιστεί η ζωή. Και να γίνεις σπουδαίος εξερευνητής κι εσύ. Και ξέρεις και κάτι ακόμα; Εμείς τα χταπόδια θέλουμε τρεις φορές παραπάνω να πάμε όλο και πιο ψηλά, γιατί δεν έχουμε μια αλλά τρεις υπέροχες καρδιές. Έλα τώρα γιε μου, δώσε μου το πλοκάμι σου.”

Ο Leonardo έδωσε διστακτικά το πλοκάμι στην γιαγιά κι εκείνη τον άρπαξε με όλη της την δύναμη στην αγκαλιά της. Τον φίλησε απαλά στο μέτωπο και τον ρώτησε αν είναι έτοιμος. Ο μικρός φύσηξε το τσουλούφι από τα μάτια του και με δυνατή φωνή είπε:

“Πρόσω ολαταχώς, γιαγιά.”

Τέλος

INFO TIPS για τους γονείς:
Η κεντρική ιδέα του παραμυθιού είναι η έννοια του φόβου. Οι φοβίες των παιδιών μας και οι τρόποι αντιμετώπισης τους.
Εκπαιδευτική ηλικία:
Παιδική και προεφηβική ηλικία 6-13 χρονών.
Βασικά ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν:
Πως μπορεί να γεννηθεί μία φοβία στο παιδί μας;
Η έννοια του αποχωρισμού. Ο Leonardo που χάνει την Αλίκη.
Ποια άλλα συναισθήματα ή σκέψεις πηγαίνουν μαζί με μια φοβία;
Πως μπορούμε να διαχειριστούμε την φοβία του παιδιού μας;
Πως μπορούν τα ίδια τα παιδιά να διαχειριστούν εν τέλει την φοβία τους:
Μαμά είναι κακό που φοβάμαι; Η έννοια της ενοχής της φοβίας.
Παιχνίδια drama για να βοηθήσουμε τα παιδιά να δώσουν τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα:
Σε κάθε περίπτωση είναι επιθυμητό να γίνει η αφήγηση μέσα από ένα σκηνικό αντίστοιχο της ιστορίας. Οπότε φτιάχνουμε ένα υδάτινο σκηνικό και αρχίζουμε την αφήγηση. Ακόμα καλύτερα αν είμαστε διακοπές μπορούμε ν’ αφηγηθούμε την ιστορία δίπλα από την θάλασσα, δίνοντας πληροφορίες στο παιδί σχετικά με τον υδάτινο κόσμο.
Παίρνουμε δυο μεγάλα χαρτόνια και ζωγραφίζουμε την μισή ψαροχώρα εμείς και την άλλη μισή το παιδί μας. Φτιάχνουμε ένα χάρτινο χταποδάκι και μια χάρτινη σουπιά. Λέμε στο παιδί να τα τοποθετήσει σε όποιο σημείο της ιστορίας θέλει πάνω στον χάρτη-χαρτόνια και να κάνει ανίχνευση σκέψης. Τι σκέφτονται τώρα οι δυο φίλοι;
Τοποθετούμε πάνω σε έναν βράχο (ενα πλαστικό κυπελλάκι) το χταποδάκι. Κάνουμε πάλι ανίχνευση σκέψης. Τι σκέφτεται τώρα το χταποδάκι χωρίς την Αλίκη;
Τα χταπόδια είναι γνωστό ότι έχουν τρεις καρδιές. Φτιάχνουμε τρεις καρδιές με το παιδί μας. Μια φοβισμένη, μια γεμάτη ενοχές και θυμό και μια γεμάτη αγάπη. Ποιες λέξεις, γεύσεις, μυρωδιές χωράνε σε κάθε μια καρδιά. Λέμε στο παιδί να φέρει ότι νομίζει δικό του και να το τοποθετήσει αντίστοιχα στις καρδιές. Κατόπιν συζητάμε με το παιδί για τις επιλογές των στοιχείων.
Γεμίζουμε ένα κουβά με νερό. Λέμε το τέλος της ιστορίας ξανά στο παιδί (τα λόγια της γιαγιάς) και παίρνουμε την φοβισμένη καρδιά με ότι έχει βάλει μέσα το παιδί και του την δίνουμε. Το παροτρύνουμε να πετάξει στο βάθος του πηγαδιού (μέσα στον κουβά δηλαδή) τον φόβο (την φοβισμένη καρδιά) και να πει δυνατά αντίο στον φόβο.

Σας ευχαριστώ παραμυθόπαιδα,
Σοφία Κουκουλά.

Σοφία Κουκουλά
Σοφία Κουκουλά
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES